Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

2ήμερο εκδηλώσεων στην Πάροδο (Νίκαια), 3-4 Δεκέμβρη: Αποδομώντας κυριαρχικές αφηγήσεις γύρω από τη μικρασιατική εκστρατεία

[Αναδημοσίευση από τα blog της Παρόδου, των Καρακαηδονών και της Πρωτοβουλίας για την ολική άρνηση στράτευσης]

 

Το Σαββατοκύριακο 3 & 4 Δεκέμβρη στις 6μμ, το αναρχικό στέκι Πάροδος, οι Καρακαηδόνες (φεμινιστική ομάδα από το αναρχικό στέκι Πάροδος) και η Πρωτοβουλία για την ολική άρνηση στράτευσης (Αθήνα), διοργανώνουν 2ήμερο εκδηλώσεων για την αποδόμηση κυριαρχικών αφηγήσεων γύρω από τη μικρασιατική εκστρατεία μέσα από μία αντιπατριαρχική – αντεθνική – αντιμιλιταριστική οπτική.

 

 

Οι «αλησμόνητες πατρίδες» σημαίνουν λήθη…

… του αλυτρωτισμού και του μεγαλοϊδεατισμού, των επεκτατικών εκστρατειών και των μακελειών τους, των βιασμών και της πατριαρχικής βίας, των εθνοκαθάρσεων και των εκτοπισμών, της καταστολής και του ρατσισμού σε πρόσφυγες/μετανάστ(ρι)ες, της εξαθλίωσης και της αλληλοσφαγής των «από κάτω» για τα συμφέροντα κρατών και αφεντικών.

 

2ήμερο εκδηλώσεων στον αυτοοργανωμένο χώρο έκφρασης, αλληλεγγύης και σύγκρουσης Πάροδος (Λαοδικείας & Π. Τσαλδάρη 173, Νίκαια)

 

Σάββατο 3.12 στις 6μμ: 

Αποδομώντας μύθους και εθνικές αφηγήσεις της μικρασιατικής εκστρατείας από μία αντιεξουσιαστική οπτική: πόλεμος και εθνικι(στικ)ά οράματα, εκτοπισμοί και εθνοκαθάρσεις, λιποταξίες και κοινωνικές αντιστάσεις

 

Κυριακή 4.12 στις 6μμ: 

«Προσφύγισσα-μετανάστρια-ξένη»: η κυριαρχική εργαλειοποίηση του γυναικείου σώματος για την παραγωγή φαντασιακών ενοποιήσεων/διαχωρισμών-αποκλεισμών

 

Δεν πολεμάμε για κανένα κράτος-θεό-αφέντη

Ενάντια στον πόλεμο και την ειρήνη των κυρίαρχων

Ενάντια στις πατριαρχικές, πατριωτικές αφηγήσεις

Εξέγερση παντού και πάντα

 

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

27/11 Αντιμιλιταριστικό Καφενείο στις 19:00 // Παπουτσάδικο

 Αναδημοσίευση από το blog της κατάληψης Παπουτσάδικο:

 

 

* το κουτί οικονομικής ενίσχυσης θα διατεθεί για τα δικαστικά έξοδα του ολικού αρνητή στράτευσης Γιάννη Ρ.

 

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2022

Κι όμως! Οι Υποτελείς* Μιλάνε!

* Subaltern στο πρωτότυπο: ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στην κριτική θεωρία και στις μετα-αποικιακές μελέτες για τους αποικιακούς πληθυσμούς που βρίσκονται σε κοινωνικό, πολιτικό και γεωγραφικό αποκλεισμό σε μία αυτοκρατορική αποικία και τη μητροπολιτική της βάση. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον Antonio Gramsci για να ορίσει την πολιτιστική ηγεμονία που αποκλείει και εκτοπίζει συγκεκριμένους ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες από τους κοινωνικούς-οικονομικούς θεσμούς έτσι ώστε να μην συμπεριλαμβάνονται στις εκάστοτε αποικιακές πολιτικές. Επιπροσθέτως υποθέτουμε ότι ο τίτλος του παρόντος κειμένου είναι η απάντηση στο ρητορικό ερώτημα που έχει θέσει η Gayatri Chakravorty Spivak σε δοκίμιό της υπό τον τίτλο «Μπορούν οι υποτελείς να ομιλούν;».

Από merc

άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2022, στο site που γράφουν οι Judith’s Dagger, που όπως λένε τα ίδια "είμαστε μία ομάδα συγγένειας εξαγριωμένων queer, ριζοσπαστικά trans, επιζήσαντων προσώπων και συγγραφέων...", μεταξύ των οποίων και η υπογραφή merc του άρθρου που ακολουθεί.

[Σχετικά με την υπογραφή Judith’s Dagger:  Η Ιουδίθ κατά την Παλαιά Διαθήκη είναι μία χήρα που αποκεφάλισε τον Ολοφέρνη ο οποίος πολιορκούσε την πόλη της (Bethulia), σώζοντας έτσι τον τόπο της. Σύμφωνα με τα πρόσωπα που υπογράφουν ως Judith’s Dagger:
«Ο αποκεφαλισμός του Ολοφέρνη από τη χήρα Ιουδίθ αποτελούσε ένα δημοφιλές θέμα στις τέχνες του 17ου αιώνα. Ωστόσο, η Φλωρεντίνα ζωγράφος Artemisia Gentileschi αναπαρέστησε στο ευρύ κοινό τον αποκεφαλισμό του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ με μία ασυνήθιστα αποτρόπαια και απτή λεπτομέρεια, σε μία αυτοπροσωπογραφία που την αναπαριστά ως την Ιουδήθ. Συνεπώς, τον Ολοφέρνη έρχεται να αναπαραστήσει ο Agostino Tassi, ο άντρας που τη βίασε όταν εκείνη ήταν δεκαεφτά. Κατά τη δίκη, βασανίστηκε με το όργανο βασανιστηρίου thumbscrew (μέγγενη με την οποία πιέζονταν και τρυπιόνταν τα δάχτυλα) έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα έλεγε ψέματα. (O Tassi δεν βασανίστηκε.) Εκείνη κατέθεσε: “… Όταν είδα την εαυτή μου ελεύθερη, πήγα στο συρτάρι και πήρα ένα μαχαίρι και το κατεύθυνα προς τον Agostino, λέγοντας, «θα ήθελα να σε σκοτώσω με αυτό το μαχαίρι επειδή με ατίμωσες».” Στον πίνακα της Artemisia με τον αποκεφαλισμό του Ολοφέρνη, η Ιουδίθ φοράει ένα βραχιόλι που αναπαριστά την Άρτεμις, από την οποία πήρε το όνομά της. Όντως, συχνά μία φεμινιστική αποκατάσταση μετατρέπει την Ιουδίθ σε ένα σύμβολο εξέγερσης ενάντια στην πατριαρχία. Ακολουθούμε αυτήν την παράδοση, αλλά επιλέγουμε να μην έχουμε για δικό μας όνομα τη θεά Άρτεμις. Απεναντίας, εμείς επιλέγουμε το μαχαίρι.»]



«Θα σκοτώσω, θα σκοτώσω, αυτόν που σκότωσε την αδελφή μου!»

Το γράφω αυτό επειδή είμαι ενοχλημένη. Είμαι ενοχλημένη με τις αντιδράσεις απέναντι στην εξέγερση στο Ιράν. Είμαι ενοχλημένη με το πόσο θλιβερά αναμενόμενες είναι, συνυπολογίζοντας τις συζητήσεις για τις χιτζάμπ και τον φεμινισμό έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες.

Η τρέχουσα δημοφιλής αντίληψη για τη χιτζάμπ, ειδικά στην αριστερά, είναι αυτή που επιμένει ότι πρόκειται για ένα εγγενώς ουδέτερο ρούχο, με απροσδιόριστη προσωπική και πνευματική σημασία, το οποίο όλες το φορούν με ελεύθερη επιλογή, εκτός και αν μας δοθούν συντριπτικά στοιχεία για το αντίθετο. Αλλά όπως βλέπουμε από τις αντιδράσεις στην εξέγερση κατά της υποχρεωτικής χιτζάμπ στην Ισλαμική Δημοκρατία (ΣτΜ: «Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν» είναι η επίσημη ονομασία του ιρανικού κράτους), ακόμη και τότε, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να πούμε ότι η εξέγερση τελικά «δεν αφορά τη χιτζάμπ». Και απλά αναρωτιέμαι γιατί. Γιατί αυτή η εξέγερση δεν είναι δυνατόν να είναι αυτό που φαίνεται να είναι; Γιατί είναι τόσο αδύνατο να φανταστούμε ότι οι άνθρωποι που είναι αναγκασμένοι να φορούν χιτζάμπ σε όλη τους τη ζωή, από την ηλικία των έξι ετών, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή τις προσωπικές τους επιθυμίες, θα μπορούσαν απλώς να μισούν αυτό το καταραμένο πράγμα;

Οι διαμαρτυρίες μας ποτέ δεν κερδίζουν τον ενδιαφέρον σύμφωνα με τους δικούς μας όρους. Πάντα φιλτράρονται μέσα από τον φακό κάποιου άλλου. Είτε μέσα από το αφήγημα της Αμερικανικής Δεξιάς «δεσποινίδα σε κίνδυνο», είτε μέσα από το αφήγημα της αριστεράς περί πραξικοπήματος που χρηματοδοτείται από τη CIA ή την NED (ΣτΜ: Εθνική Επιχορήγηση για τη Δημοκρατία, οργάνωση που υποστηρίζει με διάφορους τρόπους πολιτικές της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ), και στην καλύτερη περίπτωση, με την πιο αδιάφορη και κούφια δήλωση «αλληλεγγύης», που θα περάσει άμεσα στην κουβέντα για το πως λαμβάνουμε δυσανάλογη μιντιακή κάλυψη ή σχετικά με τις ευρωπαϊκές απαγορεύσεις της χιτζάμπ και για το πόσο εξίσου κακές είναι κι αυτές. Ακόμη και πολλοί αναρχικοί/ές διστάζουν να μιλήσουν για τη χιτζάμπ και τη Μουσουλμανική πατριαρχία ως την αιτία του προβλήματός μας.[1]

Εδώ και χρόνια, αυτό που αποκαλείται «Μουσουλμανικός Φεμινισμός» κι ένα μεγάλο μέρος του μετα-αποικιακού φεμινισμού έχει επικεντρωθεί γύρω από τις αντιλήψεις των Μουσουλμάνων της διασποράς. Σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζεται το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνες/οι της διασποράς βρίσκονται σε διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο από τους ντόπιους Μουσουλμάνους/ες. Αυτό σημαίνει ότι έχουν διαφορετικές ανησυχίες στην καθημερινή τους ζωή, διαφορετικές προτεραιότητες, και ναι, κενά στις οπτικές τους που είναι αποτέλεσμα του ότι απλώς δεν περιστοιχίζονται πια από μια Μουσουλμανική πατριαρχία με πολιτική εξουσία.

Είναι πολύ εύκολο να μιλάτε για τη χιτζάμπ ως μία επιλογή όταν ξεκάθαρα μπορεί να είναι επιλογή για εσάς. Είναι εύκολο, και αχ, τόσο ανέξοδο, για εσάς να υπονοείτε, προς όφελός σας και μόνο προς όφελός σας, ότι η χιτζάμπ είναι μια επιλογή εξ ορισμού. Ακόμα και όταν επιβάλλεται μέσα από το γράμμα του νόμου και τη συνεχή κρατικά επιβαλλόμενη επιτήρηση. Ακόμα και όταν καταδικάζονται σε φυλάκιση επειδή δεν τη φορούν. Ακόμα και όταν σε κάθε επίπεδο, από το σπίτι, στην κοινότητα, στην κυβέρνηση, υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου που τις υποχρεώνουν να τη φορούν, όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι μια χαρά, αρκεί να φανταζόμαστε ότι όλες όσες υποχρεώνονται να φορούν τη χιτζάμπ, εξαιτίας ενός πολύ βολικού ατυχήματος, απλά τυχαίνει απλώς να τη λατρεύουν! Ουάου, οι κοινότητές μας είναι τόσο αρμονικές! Απλά λειτουργούν σαν μια καλολαδωμένη μηχανή, και η θέληση των ανθρώπων τυχαίνει κατά ευτυχή συγκυρία να ευθυγραμμίζεται με τη θέληση του κράτους. Δεν υπάρχει κανένας εσωτερικός αγώνας.

Φυσικά, κάτι τέτοιο ποτέ δεν αναφέρεται με αυτούς ακριβώς τους κραυγαλέους οριενταλιστικούς όρους. Υπάρχει πάντα κάποιο ψίχουλο που πετιέται στην ιδέα του εσωτερικού αγώνα και της αυτονομίας μας. Αλλά αυτός ο αγώνας παρουσιάζεται πάντα ως ακατανόητος για τους απλούς παρατηρητές. Κάνουμε τον φεμινισμό μας με τον δικό μας τρόπο. Αλλά μείνετε ήσυχοι! Οι ανησυχίες μας δεν είναι ποτέ αυτές που νομίζετε ότι θα μπορούσαν να είναι. Στην πραγματικότητα δεν μας ενδιαφέρει η χιτζάμπ. Δεν είναι ψηλά στη λίστα μας. Είναι, βλέπετε, απλώς μέρος της κουλτούρας μας. Είναι απλώς ένα ρούχο. Κοιτάξτε όλες αυτές τις γυναίκες στην Τεχεράνη που φορούν πολύχρωμα και όμορφα χιτζάμπ! Σίγουρα, αν δεν τους άρεσε τόσο πολύ, δεν θα το έκαναν δήλωση μόδας!

Αυτή η επιπρόσθετη «πολυπλοκότητα» μπορεί να προστατεύει από τις κατηγορίες περί οριενταλισμού, αλλά τελικά λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Σου λέει ότι όλες είμαστε είτε εντάξει με αυτό, είτε απλά το διευθετούμε μεταξύ μας. Κοίτα τη δουλειά σου, μην κοιτάς (ακόμα και όταν σου ζητείται), μην βοηθάς (ακόμα και αν σε παρακαλούν για αλληλεγγύη), απλά κλείσε το στόμα σου. Ξέρεις, είναι κάπως ρατσιστικό να παρέμβεις[2].

Αυτό είναι ένα «εσωτερικό» θέμα.

Δεν υπάρχει τίποτα να δείτε εδώ, συνεχίστε το δρόμο σας!

Αγνοήστε τη σκιά του πατριάρχη που βγάζει τη ζώνη του.

Λένε ότι οι διαμαρτυρίες μας έχουν να κάνουν με τον «έλεγχο της κυβέρνησης» πάνω στα σώματα των γυναικών, λες και «η κυβέρνηση» είναι η μόνη οντότητα που μπορεί ποτέ να έχει έλεγχο πάνω στα σώματα των υπηκόων της. Λες και η μεταφορά της διαχείρισης της πατριαρχικής βίας από το κράτος στην οικογένεια ή την κοινότητα αποτελεί μία τεράστια βελτίωση. Με αυτήν τη χλιαρή «αλληλεγγύη» που βλέπουμε στις διαδηλώσεις ενάντια στην ελεγχόμενη από το κράτος πατριαρχία, δεν τρέφω και πολλές ελπίδες ότι θα δείξουν κάποια δέσμευση για την εξάλειψη (ή έστω την αναγνώριση ύπαρξης) της Μουσουλμανικής πατριαρχίας σε αυτά τα επίπεδα.

Αυτή η πλαισίωση περί «κυβερνητικού ελέγχου» επιτρέπει επίσης μια πραγματικά παραπλανητική σύγκριση μεταξύ των ευρωπαϊκών απαγορεύσεων της χιτζάμπ και της υποχρεωτικής χιτζάμπ. Κάτι που συνιστά επίσης μια διαφορετική μορφή καταπίεσης. Πρόκειται για ενδοκοινοτική, Μουσουλμανική πατριαρχία. Δεν είναι η φυλετική πατριαρχία των λευκών Ευρωπαίων που επιβάλλεται στις φυλετικοποιημένες γυναίκες. Οι Μουσουλμάνες γυναίκες βιώνουν και τις δύο καταπιέσεις. Αλλά φαίνεται ότι ποτέ δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για την πρώτη, την ενδοκοινοτική, ακόμη και όταν αυτή συμβαίνει. Είναι παράξενο να ακούμε Μουσουλμάνες γυναίκες να εκφράζουν την αλληλεγγύη τους μιλώντας για τις ευρωπαϊκές απαγορεύσεις της χιτζάμπ, λες και αυτή είναι η μόνη αναφορά σύγκρισης που έχουν για το πώς είναι να βιώνεις τον καταναγκαστικό έλεγχο. Λες και δεν υπάρχει πατριαρχικός έλεγχος στις κοινότητές τους, και το μόνο που μπορεί να τους θυμίσει η υποχρεωτική χρήση της χιτζάμπ είναι όταν οι λευκοί προσπαθούν να την απαγορεύσουν. Έχει την όψη μιας δήλωσης αλληλεγγύης, αλλά όταν προέρχεται από ανθρώπους που πρέπει να έχουν έναν παρόμοιο αγώνα με εμάς, το να μη μιλάμε για αυτόν τον αγώνα μοιάζει περισσότερο με αποφυγή. Ποτέ δεν μένει απλώς στη δήλωση για τη βαναυσότητα της υποχρεωτικής χιτζάμπ. Έρχεται πάντα με την προσθήκη ότι «οι απαγορεύσεις της χιτζάμπ είναι εξίσου κακές!». Είναι σαν να είναι αδύνατο για τους Μουσουλμάνους της διασποράς να μας δείξουν αλληλεγγύη χωρίς να επικεντρωθούν στον αγώνα για τον οποίο απλώς δεν κάνουμε λόγο. Και όταν αυτό προέρχεται από ανθρώπους που έχουν βιώσει και τις δύο καταπιέσεις, δεν δείχνει να μοιάζει με ενός είδους αδαούς εγωκεντρισμό. Μοιάζει με μια σιωπηλή εκτροπή της προσοχής μακριά από τη Μουσουλμανική πατριαρχία.

Πρέπει να τονίσω ότι καμία από αυτές τις «φεμινίστριες» δεν είπε ούτε μια λέξη τα τελευταία σαράντα χρόνια για την εξαναγκαστική χιτζάμπ. Δεν κούνησαν ούτε το δαχτυλάκι τους για εμάς. Οι αγώνες των γυναικών, των queer και τρανς ατόμων, των θρησκευτικών μειονοτήτων και των καταπιεσμένων εθνοτήτων στο Ιράν είναι πολιτικά «άβολοι» για την αριστερά για να μιλήσει για αυτούς. Είμαστε μόνοι/ες/α στους αγώνες μας. Παρόλες τις διαμαρτυρίες της αριστεράς για τη δυσανάλογη προσοχή των μέσων ενημέρωσης σε εμάς, αυτή δεν μας έφερε τίποτα. Την τελευταία φορά που έγιναν μαζικές διαδηλώσεις, έχασαν τη ζωή τους 1.500 άνθρωποι. Το θυμάστε αυτό καν; Έχουμε περισσότερα να θρηνήσουμε κάθε μέρα και μας λένε ότι ο κόσμος μας δίνει υπερβολική προσοχή, και ότι αυτή η προσοχή πρέπει να προσεγγίζεται με καχυποψία.

Η υποχρεωτική χιτζάμπ έχει μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε απαγόρευση της χιτζάμπ στην Ευρώπη.  Έχει υπάρξει ως εργαλείο της Μουσουλμανικής πατριαρχίας από καταβολής της, σε μια αδιάλειπτη γραμμή από τότε μέχρι σήμερα[3]. Το περισσότερο διαδεδομένο φαινόμενο της «σεμνότητας» που επιβάλλεται στις γυναίκες, είναι ακόμη παλαιότερο. Είναι ειλικρινά απορίας άξιο πόσο διάχυτη έχει γίνει η ιδέα της χιτζάμπ ως «ελεύθερη επιλογή», σε σημείο που να αρνείται μία τόσο μακρά και οδυνηρή ιστορία πατριαρχικής καταπίεσης. Στην καλύτερη περίπτωση θεωρείται ως μια άσκοπη θεολογική συζήτηση που θα αποξενώσει τους Μουσουλμάνους αν συζητηθεί. Αλλά αυτή είναι μια συζήτηση για την ιστορία και το παρόν μας. Και θα αποτελούσε κακομεταχείριση όλων των θυμάτων της Μουσουλμανικής πατριαρχίας, του παρόντος και του παρελθόντος, αν αγνοούσαμε και διαγράφαμε την κακοποίησή τους και χαρακτηρίζαμε τη συζήτησή της ως εκτός ορίων, ειδικά από τη στιγμή που υπάρχει μια ενεργή πίεση για την αναδιαμόρφωση και την εξάλειψή της.

Συγχύστηκα τόσο πολύ όταν άκουσα για πρώτη φορά ανθρώπους όπως η Yassmin Abdel-Magied να λένε «το Ισλάμ είναι η πιο φεμινιστική θρησκεία»[4] ως ένα νεαρό queer άτομο στο Ιράν. Σάστιζα όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για τη χιτζάμπ ως κάτι ενδυναμωτικό. Ήταν σαν να μου ζητούσαν να αγνοήσω όλα όσα είχα μάθει για το Ισλάμ, τον φεμινισμό και τις ιστορίες και τις σημερινές καταστάσεις αμφότερων. Και δεν μου έδιναν τίποτα άλλο εκτός από τα πιο γενικά σημεία της Ισλαμικής απολογίας που με είχαν ήδη ταΐσει στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ισλαμικής Δημοκρατίας στο γυμνάσιο ως παιδί που μεγάλωνε στο Ιράν.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα πίστευα ότι απλώς ασπάζονται μια διαφορετική εκδοχή της πίστης, μια πιο προοδευτική εκδοχή. Και ως ένα άτομο που δεν είχε καμία θρησκεία, το ζήτημα της εγκυρότητας της δικής τους εκδοχής του Ισλάμ ήταν αδιάφορο. Εφόσον κατέληγαν στο συμπέρασμα της πλήρους απελευθέρωσης από την πατριαρχία, δεν χρειαζόταν να ερευνήσω τις εσωτερικές διεργασίες της πίστης τους. Αλλά όταν είδα πώς αυτές οι «φεμινίστριες» Μουσουλμάνες αντιμετώπιζαν τις γυναίκες, και τα queer και τρανς άτομα που εγκατέλειψαν την πίστη λόγω του τεράστιου βάρους της Μουσουλμανικής πατριαρχικής βίας, όταν είδα πως έδιναν προτεραιότητα κυρίως στην υπεράσπιση της πίστης τους και ότι εκεί δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ Ισλάμ και φεμινισμού ή queer απελευθέρωσης, συχνά εις βάρος αυτών των θυμάτων, συνειδητοποίησα ότι αυτές οι Μουσουλμάνες «φεμινίστριες» και «queer απελευθερωτές» απλώς δεν έβλεπαν τη Μουσουλμανική πατριαρχία ως αρκετά επιβλαβή ώστε να δικαιολογεί την όποια εστίαση σ’ αυτήν. Δεν έβλεπαν το βάθος των ριζών της και της διάχυσής της.

Το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους ήταν να αναδιατυπώσουν τη βία αυτής της πατριαρχίας, ώστε να την κάνουν να φαίνεται ισότιμη ως προς την ένταση και τη φύση της με τη δυτική πατριαρχία (ή λιγότερο δριμεία!), και να πλαισιώσουν τις αντιδράσεις σε αυτή την πατριαρχική βία ως υποκινούμενες από Ισλαμοφοβία και ρατσισμό και όχι ως αληθινή φροντίδα για αυτές τις καταπιεσμένες ομάδες. Ακόμα και όταν αυτή η αντίδραση προερχόταν από αυτά τα θύματα, αυτά στιγματίζονταν ως προδότες που βοηθούσαν την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, προφανώς μόνο και μόνο επειδή μιλούσαν για τα βάσανά τους. Στην πράξη, αυτές οι φεμινίστριες και queer θεωρητικοί, όλως τυχαίως δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να ξεπλύνουν το αίμα από τα χέρια της Μουσουλμανικής πατριαρχίας αναπτύσσοντας μια κατανόηση του φεμινισμού που λειτουργούσε ως ιδεολογική κάλυψη για αυτές τις πληγές.

Η χιτζάμπ υπήρξε εργαλείο της πατριαρχίας από τότε που κωδικοποιήθηκε ως θρησκευτική εντολή στις απαρχές του Ισλάμ. Πρέπει όλες να είμαστε ελεύθερες να κάνουμε ό,τι επιθυμούμε με το σώμα μας, και αυτό περιλαμβάνει και τη χρήση χιτζάμπ. Αλλά οποιαδήποτε διεκδίκηση της χιτζάμπ ως μορφής ενδυνάμωσης θα πρέπει τουλάχιστον να ξεκινήσει με την κατανόηση της καταπιεστικής, σημερινής και ιστορικής, λειτουργίας της χιτζάμπ στα περισσότερα μέρη του Μουσουλμανικού κόσμου. Όμως δεν βλέπω καμία αναγνώριση αυτής της ιστορίας ή του παρόντος. Το μόνο που βλέπω είναι η άρνηση της ιδέας ότι η χιτζάμπ είναι ή έχει υπάρξει ποτέ, σε οποιονδήποτε βαθμό, πατριαρχική.

Έχω κουραστεί από τους ανθρώπους που παριστάνουν τους σοκαρισμένους που μας ενοχλεί να βλέπουμε άλλες να φορούν τις αλυσίδες μας ως πηγή υπερηφάνειας, ενώ αρνούνται ότι οι αλυσίδες υπήρξαν ποτέ ως τέτοιες για αρχή. Έχω κουραστεί από τις εκφράσεις απαξίωσης για όσες από εμάς σπάμε αυτή την αλυσίδα. Κουράστηκα από τους ανθρώπους που παρασύρονται από το ρεύμα των πατριαρχικών προσδοκιών και το αποκαλούν ανατρεπτικό φεμινισμό.

Δεν ξέρω πώς ταιριάζει η χιτζάμπ σε ένα μέλλον όπου η καταναγκαστική έννοια του φύλου δεν θα υπάρχει πλέον, και αυτό είναι το μέλλον που θέλω. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι μια έμφυλη προσδοκία ένδυσης θα ταιριάζει όταν το φύλο δεν είναι αυτό που είναι τώρα. Πόσο μακριά από τη γυναικεία φύση πρέπει να αισθάνεται ένας τρανς άντρας (ΣτΜ: transmasc στο πρωτότυπο, δηλαδή τρανς-αρρενωπότητα) για να σταματήσει να φοράει χιτζάμπ; Πόσο κοντά στη γυναικεία φύση θα έπρεπε να αισθάνεται μία τρανς γυναίκα (ΣτΜ: transfem στο πρωτότυπο, δηλαδή τρανς-θηλυκότητα) για να πρέπει να το φοράει; Τι θα συμβεί στη χιτζάμπ όταν ο άνδρας και η γυναίκα δεν θα αποτελούν πλέον σημεία αναφοράς στο τοπίο του φύλου;

Δεν τα ρωτάω αυτά ως υποθετικά ζητήματα. Τα ρωτάω αυτά επειδή θυμάμαι τη διπλά οδυνηρή εμπειρία των transmasc αδελφών μου που έπρεπε να φορούν χιτζάμπ στο Ιράν. Το λέω αυτό επειδή γνώριζα transfem άτομα που δεν ήθελαν να φορέσουν χιτζάμπ, και η απάντησή τους στην ερώτηση «γιατί δεν φοράς χιτζάμπ αφού είσαι γυναίκα» ήταν «είμαι trans». Αυτό μπορεί να ακούγεται παράλογο στο πλαίσιο της πατριαρχικής αντίληψης για το φύλο, αλλά για μένα βγάζει απολύτως νόημα. Γιατί τί στο διάολο σημαίνουν οι κανόνες σας για κάποιον που απορρίπτει τη βάση τους; Πώς λειτουργεί η χιτζάμπ για ανθρώπους που δεν ΘΕΛΟΥΝ να αφομοιωθούν στις καταναγκαστικές έννοιες της θηλυκότητας ή της αρρενωπότητας; Η χιτζάμπ θα είναι χιτζάμπ αν είναι πραγματικά μια επιλογή; Ξέρω ότι υπάρχουν απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, αλλά ξέρω και ποιος ΔΕΝ τις ψάχνει: εκείνοι που προσποιούνται ότι η χιτζάμπ είναι ήδη μια «ελεύθερη επιλογή» εξ ορισμού. Μου φαίνεται παράξενο ότι αισθανόμαστε ελεύθεροι να συζητήσουμε πώς οι επιφανειακά «ελεύθερες» επιλογές που κάνουν οι γυναίκες στη δύση σχετικά με τα ρούχα τους, όπως το να φορούν ή να μη φορούν σουτιέν, επηρεάζονται από τον πατριαρχικό εξαναγκασμό μέσω πολλών μηχανισμών. Αλλά, αναμένεται να υποθέσουμε ότι η επιλογή μιας Μουσουλμάνας γυναίκας να καλύψει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της είναι απαλλαγμένη από κάθε μορφή πατριαρχικών προσδοκιών. Το εύρος των επιλογών που υποτίθεται ότι θέλουν να κάνουν οι Μουσουλμάνες γυναίκες περιορίζεται πάντα σε αυτά που τους επιτρέπεται κάτω από τη Μουσουλμανική πατριαρχία, αλλά κατά κάποιο τρόπο, αυτό το στενό εύρος υποτίθεται επίσης ότι αποτελεί έκφραση μιας ελεύθερης επιλογής, απαλλαγμένης από το βάρος του πατριαρχικού ελέγχου[5].

Για να θεωρήσω τη χιτζάμπ μια «ουδέτερη επιλογή» στον Μουσουλμανικό κόσμο και τις Μουσουλμανικές κοινότητες όπως υπάρχουν σήμερα, απαιτεί όχι μόνο να εγκαταλείψω όλα όσα γνωρίζω για το φύλο, τη χιτζάμπ και την ιστορία της, αλλά απαιτεί επίσης να εγκαταλείψω τις μισές από τις δεσμεύσεις μου ως καφέ queer τρανς μη δυαδικό αναρχοφεμινίστα.

Για μια φορά, αφήστε τις αλυσίδες μας.

Για μια φορά, ακούστε μας με τους δικούς μας όρους.

Για μια φορά, δείτε το πρόβλημά μας όπως είναι: Μουσουλμανική πατριαρχία.

Για μια φορά, δείξτε μας αλληλεγγύη χωρίς να επικεντρώνεστε στον εαυτό σας.

Ο κόσμος μου αγωνίζεται και δολοφονείται. Για μια φορά απλά στηρίξτε μας άνευ όρων.

- merc

 

[1]  Από τη μία πλευρά, οι λευκοί Αμερικάνοι αντιδραστικοί προσποιούνται ότι νοιάζονται για την καταπίεσή μας, ώστε να μπορούν να αδειοδοτούν ηθικά τον βομβαρδισμό μας «για να σώσουν τις γυναίκες μας» -το αφήγημα της «δεσποινίδας σε κίνδυνο». Από την άλλη, οι λευκοί Αμερικάνοι αριστεροί αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη της καταπίεσής μας, επειδή νομίζουν ότι αν αναγνωρίσουν ότι εμείς -τα queer και οι trans Ιρανοί/ές, οι Ιρανές γυναίκες, τα παιδιά του Ιράν- καταπιεζόμαστε, τότε αυτό σημαίνει ότι θα έχουν την ηθική υποχρέωση να μας βομβαρδίσουν. Μακριά από το να καταπολεμήσουν την αφήγηση της Δεξιάς, οι λευκοί αριστεροί, παγιδευμένοι στο πατερναλιστικό πατριαρχικό πλαίσιο του «βάρους του λευκού άνδρα», δεν μπορούν να φανταστούν την αλληλεγγύη να μην μοιάζει με τη λογική του «να πάρουμε τον έλεγχο της κατάστασης». Που δεν μοιάζει με παρέμβαση η οποία θα είναι «για το δικό μας καλό». Το γεγονός ότι οι λευκοί αριστεροί/ές δεν μπορούν να φανταστούν την «αλληλεγγύη» με τους καταπιεσμένες/ους και περιθωριοποιημένους/ες μιας ιμπεριαλιστικοποιημένης περιοχής χωρίς να καταλήξουν στο καθώς φαίνεται αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι ο βομβαρδισμός των σπιτιών μας είναι απολύτως δικαιολογημένος για «να μας σώσουν», δεν σηματοδοτεί τόσο ότι μπορείτε να δείτε πέρα από τη «Δυτική Προπαγάνδα» όσο ότι είστε ανίκανοι να φανταστείτε γενικώς την αλληλεγγύη.

[2]  Σε μια ανταλλαγή απόψεων με την Ιρανή φεμινίστρια Attousa H., ο Foucault επιδεικνύει κάπως διαβόητα τους τρόπους με τους οποίους οι λευκοί Ευρωπαίοι cis άντρες ακαδημαϊκοί συχνά θέτουν σε εφαρμογή μορφές πατριαρχίας της λευκής κυριαρχίας, μέσω της επιστημικής βίας. Ο Foucault υπαινίσσεται ότι οι Ιρανές φεμινίστριες, με το να επικρίνουν το μισογυνισμό του καθεστώτος Χομεϊνί και αντιτιθέμενες ανοιχτά στον τρόμο της υποχρεωτικής χιτζάμπ που επιβάλλεται δια της βίας, είναι απλώς Ισλαμόφοβες (αν και προφανώς δεν χρησιμοποιεί αυτή την πολύ πιο πρόσφατα διαδεδομένη λέξη), τυφλωμένες από ένα παράλογο (θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να πει υστερικό) «μίσος». Με τον τρόπο αυτό, οριοθετεί την αντίσταση στην υποχρεωτική χιτζάμπ σαν να μην είναι δυνατόν να είναι «αυθεντικά Ιρανική», όπως περιέγραψε η συγγραφέας του βιβλίου «Ενάντια στον λευκό φεμινισμό» Rafia Zakaria σε μια κριτική ενός βιβλίου του 2005 σχετικά με την εμπλοκή του Foucault στην Ιρανική επανάσταση.
Στο βιβλίο «Καταπίεση», ο David Graeber αναλύει το επιδέξιο παιχνίδι δολώματος και μεταστρoφής (ΣτΜ: κοινώς η μέθοδος αντιπερισπασμού), που παίζει ο λευκός ανθρωπολόγος ο οποίος, δίνοντας στον εαυτό του το δικαίωμα να αποφασίζει τι είναι και τι δεν είναι αυθεντικά «ιθαγενής κουλτούρα», εξακολουθεί να τοποθετεί τον εαυτό του ως την επιστημική αυθεντία που έχει την ικανότητα να αποφασίζει τι είναι «αυθεντικό» σε μια Ιθαγενική κουλτούρα, και έτσι να αρνείται την αυθεντικότητα των αντιφρονούντων ιθαγενικών αντιλήψεων, επειδή αυτό που είναι «αυθεντικό» είναι πάντα -πόσο βολικό- και αυτό που συμμορφώνεται με την τοπική «αρχή». Έτσι, οι Ιρανές γυναίκες είναι δύο φορές επιστημικά επανεγγεγραμμένες: από τη δική τους πατριαρχία και από την πατριαρχία της λευκής κυριαρχίας που έρχεται συνοδευτικά να τους πει ότι δεν είναι αυθεντικά Ιρανές αν διηγούνται μια διαφορετική ιστορία για τις ζωές τους από την ιστορία που διηγούνται οι πατριάρχες τους. Το σύνηθες επιχείρημα από τις Μουσουλμάνες Φεμινίστριες της διασποράς είναι ότι το λευκό βλέμμα έχει εμμονή με την «αποκάλυψη» της γυναίκας-με-χιτζάμπ, με έναν φετιχιστικό, οριενταλιστικό τρόπο, τονίζοντας ότι οι γυναίκες μπορούν να φορούν χιτζάμπ από δική τους επιλογή, αλλά ο περιορισμός της κριτικής σε αυτό το σημείο συσκοτίζει το εξίσου φετιχιστικό και οριενταλιστικό, αλλά φαινομενικά «καλοπροαίρετο» βλέμμα του λευκού φιλελεύθερου- εμμονικού στο να «ξανακαλύψει» και να «ξανασιγάσει» τη γυναίκα SWANA (σ.μ: South West Asian/ North African, Νότιο-Δυτική Ασιάτισσα-ης/Βόρειο Αφρικανή-ός, αρτικόλεξο που δημιουργήθηκε προκειμένου να αντικαταστήσει περιγραφές όπως μέση ανατολή, αραβικός ή ισλαμικός κόσμος κ.ά. των οποίων οι ρίζες έχουν κατακριθεί ως αποικιακές, ευρωκεντρικές και οριενταλιστικές), να την επαναφέρει κάτω από την εξουσία του πατριάρχη της και να ξαναδημιουργήσει την ψευδαίσθηση της συναίνεσης. Αν δεν συναινεί άλλωστε, δεν πρέπει να είναι «αυθεντικά» μέλος της κουλτούρας της.
Με αυτό το σκεπτικό, το κάψιμο της χιτζάμπ γίνεται μια πράξη συνεχούς, αναμφισβήτητης αντίστασης: Οι Ιρανές γυναίκες και οι τρανς άντρες όχι μόνο αφαιρούν την επιβεβλημένη χιτζάμπ τους, με κίνδυνο των δικών τους καταραμένων ζωών, αλλά και δηλώνουν ότι δεν μπορούν και δεν πρόκειται ποτέ να «ξανακαλυφθούν», ακόμη και από τη λευκή φιλελεύθερη και τη Μουσουλμανική Φεμινιστική εμμονή της Διασποράς ότι στην πραγματικότητα, η κάλυψη είναι το «φεμινιστικό» εκείνο πράγμα που πρέπει να κάνουν.

[3]  Στο «Καταστατικές διακρίσεις και ενδυματολογική διαφορά: Σκλαβιά, Σεξουαλική Ηθική και η Κοινωνική Λογική της Κάλυψης στο Ισλαμικό Δίκαιο» (σ.μ: στο πρωτότυπο «Status Distinctions and Sartorial Difference: Slavery, Sexual Ethics, and the Social Logic of Veiling in Islamic Law»), o Omar Anchassi υποστηρίζει ότι στο πρώιμο ισλαμικό δίκαιο, η χιτζάμπ λειτουργούσε ως μέσο διάκρισης μεταξύ των γυναικών δούλων, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως «ελεύθερο θήραμα» για σεξουαλική παρενόχληση, και των «ελεύθερων» γυναικών που προστατεύονται από την εξουσία των πατεράδων τους. Οι ελεύθερες (μη σκλαβωμένες) Μουσουλμάνες γυναίκες χαρακτηρίζονταν έτσι ως νομικά «ελεύθερες» με κάπως ειρωνικούς όρους, ακριβώς επειδή περιορίζονταν καταναγκαστικά από τη χιτζάμπ, ενώ οι σκλαβωμένες γυναίκες ήταν ακάλυπτες και επομένως «εκτεθειμένες» στα καπρίτσια των άλλων.

[4]  «Το Ισλάμ είναι η πιο φεμινιστική θρησκεία»: Δύο Αυστραλοί διαπληκτίζονται έντονα στην τηλεόραση για τον νόμο της sharia: Οι εκτεταμένες συνέπειες της απαγόρευσης της Μουσουλμανικής μετανάστευσης από τον Donald Trump.

[5]  Η πατριαρχία (ειδικότερα η κουλτούρα του βιασμού) είναι γνωστό ότι κατασκευάζει και επιβάλλει μια μορφή φαινομενικής «συναίνεσης» εκ μέρους των καταπιεσμένων και περιθωριοποιημένων φύλων, ή την εμφάνιση συναίνεσης -ακόμη και την εμφάνιση «ενθουσιώδους συναίνεσης»- μέσω διαφόρων μορφών σωματικής, κοινωνικής, οικονομικής και επιστημικής βίας. Ένα μέσο για να γίνει αυτό είναι ο περιορισμός των διαθέσιμων μορφών δράσης του καταπιεσμένου ή υποταγμένου υποκειμένου σε ένα περιορισμένο σύνολο επιλογών στις οποίες το καταπιεσμένο υποκείμενο όντως κάνει μια επιλογή, και έτσι μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για «ελεύθερη» βούληση. Ένα άλλο μέσο μέσω του οποίου κατασκευάζεται η «συναίνεση» εκ μέρους του καταπιεσμένου είναι μέσω μορφών επιστημικής αδικίας -αδικία που συμβαίνει μέσω της δυνατότητας κάποιων ως «γνώστες» και την ικανότητά τους να ερμηνεύουν και να αφηγούνται τις εμπειρίες του κόσμου- για αναφορά, δείτε το έργο της Miranda Fricker για την επιστημική αδικία. Η ερμηνευτική αδικία περιγράφει τους τρόπους με τους οποίους οι πατριαρχικές κοινωνίες περιορίζουν επιστημικά τα περιθωριοποιημένα φύλα, με το να παίρνουν τη γλώσσα και τους όρους με τους οποίους θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την καταπίεσή μας, και παγιδεύοντάς μας σε ένα σύστημα «γνώσης» και πίστης -ή θρησκείας, ανάλογα με την περίπτωση- όπου οι μόνες διαθέσιμες ερμηνείες των όσων μας συμβαίνουν μας λένε όλες το ίδιο πράγμα: σου άρεσε, συμφώνησες σε αυτό, συναίνεσες σε αυτό. Παίρνοντας το παράδειγμα του ισχυρισμού ότι οι γυναίκες δεν θα έκαναν ποτέ δήλωση μόδας φορώντας πολύχρωμες και όμορφες μαντίλες αν δεν «συναινούσαν» να τις φορέσουν εξ αρχής, στις γυναίκες στο Ιράν παρουσιάζεται η επιλογή μεταξύ των δύο: φόρεσε πολύχρωμη και όμορφη χιτζάμπ κι έτσι θα έχεις έναν τρόπο να εκφράσεις κάτι από την εσωτερικότητα και την προσωπικότητά σου, ή φόρα μία απλή χιτζάμπ. Η «επιλογή» είναι δική τους, οπότε όταν επιλέγουν ένα από αυτά, η πατριαρχική κατασκευή της συναίνεσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτό σημαίνει ότι ενεργούν ελεύθερα, πρέπει να σημαίνει ότι έχουν «συναινέσει» και απολαμβάνουν να φορούν xιτζάμπ, ανεξάρτητα από το αν πραγματικά συναινούν ή αν παίρνουν τέτοιες επιλογές μέσα σε μια κατάσταση όπου η εναλλακτική λύση είναι να σκοτωθούν από την Αστυνομία Ηθικής, οπότε κι αυτές θα μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν το καλύτερο δυνατό μέσα στην κατάσταση αυτή.

Ακόμη και η θρησκεία παρέχει ένα ερμηνευτικό σύστημα στο οποίο η χιτζάμπ καθίσταται ως η «επιθυμητή» επιλογή, τουλάχιστον αν οι γυναίκες θέλουν να θεωρούν τις εαυτές τους ως πιστές και αξιοσέβαστες. Αλλά με έναν πιο λεπτό τρόπο, οι Μουσουλμάνες Φεμινίστριες της διασποράς που αυτοαναγορεύονται σε μη εκλεγμένες  «εκπροσώπους» βοηθούν στη συγκρότηση (και παγιδεύουν μέσα της τις Ιρανές γυναίκες) ενός συστήματος γνώσης στο οποίο οι γυναίκες πρέπει να επιβεβαιώνουν ότι φορούν χιτζάμπ με δική τους ελεύθερη βούληση, αλλιώς θα εκληφθεί ότι «δυσφημούμε εμάς/την κουλτούρα μας» και ότι προδίδουν τον λαό τους, ο οποίος συκοφαντείται ως «βάρβαρος» και «κτηνώδης» από τους Αμερικανούς συντηρητικούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν γυναίκες που φορούν χιτζάμπ με δική τους αυθεντική ελεύθερη βούληση, αλλά περισσότερο ότι δεν υπάρχει καμία εξωτερική θέση, ακόμη και αυτή της Μουσουλμάνας Φεμινίστριας της διασποράς, από την οποία είναι δυνατόν να «ερμηνευτεί» αξιόπιστα η συναίνεση μιας γυναίκας για τη χιτζάμπ σε ένα πλαίσιο όπου πρέπει να τη φορέσει ή να πεθάνει. Είναι απαραίτητο συγχρόνως: 1. να κατανοήσουμε τις δομές εξουσίας μέσα στις οποίες λαμβάνει τις αποφάσεις της, και 2. να την ακούσουμε πραγματικά να μιλάει για την εαυτή της.

Ως εκ τούτου, οι γυναίκες και οι τρανς άντρες στο Ιράν που καίνε τη χιτζάμπ τους μιλούν στην πραγματικότητα πολύ καθαρά και οι προσπάθειες των μη εκλεγμένων φεμινιστριών της διασποράς να τις ακυρώσουν και να επιβάλουν εκ νέου την κατασκευασμένη εμφάνιση της «συναίνεσης» είναι οι ίδιες μια μορφή αποικιακής επιστημικής βίας με την κλασική έννοια που διατυπώθηκε από την Gayatri Spivak.

 

Γλώσσες σαν Βολές! Μάτια Σαν Φωτιά!

 

η μετάφραση έγινε από την πρωτοβουλία του αναρχικού στεκιού Ρεσάλτο

ενάντια στον σεξισμό, την πατριαρχία, τους έμφυλους διαχωρισμούς και διακρίσεις

 

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2022

Στιγμιότυπα αντιστάσεων & «κρίσεων»

[αν και η λέξη «κρίση» που έχει υιοθετηθεί από τον επονομαζόμενο «δυτικό λευκό κόσμο» είναι μία έννοια που βασικό στόχο έχει να συσκοτίσει το γεγονός ότι πρόκειται για συστημικές κρίσεις, θα τη διατηρήσουμε ως έννοια σε εισαγωγικά]

Τα τελευταία χρόνια, ο Λίβανος προστίθεται στον μακρύ κατάλογο των κρατών που περνάνε «κρίση» σε όλα τα πεδία: πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά. Έναν μήνα πριν, στις 14 Σεπτέμβρη (και ενώ η εθνική οικονομία του Λίβανου καταρρέει, το ΔΝΤ περιμένει αναδιαρθρώσεις για να δώσει δάνεια, τέσσερις στους πέντε ανθρώπους ζουν κάτω από τα όρια της φτώχιας σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, με τις τράπεζες εν τω μεταξύ να έχουν επιβάλλει εδώ και τρία χρόνια καθεστώς capital control και «μερική» δέσμευση των καταθέσεων) η Sally Hafez μπουκάρει οπλισμένη, με το πρόσωπό της ακάλυπτο στην τράπεζα Blom της Βηρυτού, χύνοντας βενζίνη στον χώρο και λέγοντας: "Είμαι η Sally Hafez, ήρθα σήμερα... για να πάρω τις καταθέσεις της αδελφής μου που πεθαίνει στο νοσοκομείο (καρκινοπαθής). […] Δεν ήρθα να σκοτώσω κανέναν ή να βάλω φωτιά... Ήρθα για να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου". Η Sally Hafez, αφού της έδωσε ο ταμίας 13.000 από τις 20.000 του λογαριασμού της, κατάφερε να διαφύγει πριν έρθουν οι δυνάμεις ασφαλείας, σπάζοντας την τζαμαρία της τράπεζας με τη βοήθεια αγνώστων που βρίσκονταν έξω από την αυτόματα κλειδωμένη τράπεζα (λέγεται ότι ήταν συλλογική δράση οπότε ο κόσμος δεν ήταν άγνωστος αλλά ακτιβιστές, ενώ βιντεοσκοπημένο υλικό μπορεί να βρει η καθεμία και ο καθένας στο διαδίκτυο και σε social media). Αργότερα την ίδια μέρα σε μία άλλη πόλη, ένας άνδρας επίσης οπλισμένος ζήτησε τις καταθέσεις του και παραδόθηκε στις αρχές (μέχρι και σήμερα, έχουν ακολουθήσει και άλλοι/ες σε παρόμοιες κινήσεις με ψεύτικα ή κανονικά όπλα). Ενώ μέχρι την 16η Σεπτέμβρη, εφτά τράπεζες καταλήφθηκαν από πλήθη που αρνούνταν να φύγουν αν δεν έπαιρναν τις καταθέσεις τους ή μέρος αυτών. Φυσικά, η ένωση τραπεζών Λιβάνου εξέδωσε ανακοίνωση που ζητούσε από τις αρχές «να θέσουν προ των ευθυνών τους όσους επιδίδονται σε “λεκτικές και σωματικές” επιθέσεις μέσα στις τράπεζες» και δήλωσε πως «οι δανειστές δεν θα είναι επιεικείς», ενώ παράλληλα έκλεισαν τα τραπεζικά καταστήματα για τρεις ημέρες. Την 19η Σεπτέμβρη, υπήρξαν συμπλοκές σε διάφορα σημεία και με διαφορετικούς τρόπους, μεταξύ στρατού και διαδηλωτών που ζητούσαν την απελευθέρωση των δύο κρατούμενων ακτιβιστών (Ιbdel Rahman Zakaria και Mohammad Rustom) που λέγεται ότι ήταν μεταξύ αυτών που βοήθησαν να διαφύγει η Sally Hafez. Πλήθη διαδηλωτών πραγματοποιήσαν «καθιστική» διαμαρτυρία έξω από το «παλάτι της δικαιοσύνης» και σύμφωνα με τον στρατό κατέστρεψαν στρατιωτικό όχημα και ανέτρεψαν πολλά άλλα οχήματα. Άλλα πλήθη μπλόκαραν κεντρική οδική αρτηρία στη Bireh και αρνήθηκαν να φύγουν μέχρι να απελευθερωθούν οι δύο. Επιπλέον, ακτιβιστές σύντροφοι/ισσες των δύο κρατουμένων, μπλόκαραν δημόσιες υπηρεσίες (συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών γραφείων), θρησκευτικά και αστικά δικαστήρια, καθώς και τα κεντρικά γραφεία του ταχυδρομείου. Κάποιες άλλες διαδηλώτριες/ες μπλόκαραν τα τοπικά γραφεία ύδρευσης, τηλεπικοινωνιών (των ιδιωτικών Alfa και των κρατικών Ogero) και ηλεκτροδότησης… 

13 Σεπτέμβρη, όχι πολύ μακριά, στο Ιράν. Έναν τόπο που ταλανίζεται εδώ και δεκαετίες από πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές «κρίσεις», λόγω των διεθνών κυρώσεων και διαφόρων ειδών απειλών υπό την αιγίδα των ΗΠΑ με υποστηρικτές τα κράτη της Ε.Ε. αλλά και εξαιτίας της ντόπιας εξουσίας και των νόμων του ισλαμικού καθεστώτος -που μεταξύ πολλών άλλων απαγορεύει τον όποιο αυτοκαθορισμό (από την σεξουαλικότητα μέχρι την επιλογή ενδυμασίας κοκ) αλλά που διόλου τυχαία σε ό,τι αφορά στην πίστη είναι δείγμα ανεξιθρησκείας. 13 Σεπτέμβρη, η Mahsa Amini, μια 22χρονη ιρανή κουρδικής καταγωγής από την πόλη Saqqez (σε κουρδική επαρχία του Ιράν) συλλαμβάνεται στην Τεχεράνη από την Gasht-e Ershad (την Περιπολία Καθοδήγησης, που αποτελεί κάτι σαν εξειδικευμένη αστυνομία περί των ηθών) για «παράβαση του νόμου περί ενδυμασίας» (προεξείχαν μαλλιά από την μαντίλα ή τη hijab και υπήρχε «λάθος» στον τρόπο που φορούσε το παντελόνι). Δύο ώρες μετά τη σύλληψή της, οδηγήθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση και πέθανε την 16η Σεπτέμβρη. Προφανώς οι αρχές, απέναντι στις καταγγελίες για ξυλοδαρμό και δολοφονία, υιοθέτησαν μία αφήγηση που μιλάει για «εγκεφαλικό και καρδιακό επεισόδιο της 22χρονης». Αυτή η κρατική δολοφονία έχει αναταράξει το Ιράν λειτουργώντας ως πυροκροτητής αντίστασης και ανυπακοής απέναντι στις εκεί καθυποτάξεις. Αν και ξεκίνησε από την κουρδική επαρχία από όπου καταγόταν η Mahsa Amini, μέχρι και σήμερα έχει εξαπλωθεί σχεδόν σε ολόκληρη την επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων και παραδοσιακά «καθεστωτικών» επαρχιών και πόλεων. Από τις γυναίκες και τα κορίτσια που καίνε τις μαντίλες, τις hijab, τις μπούργκες και κόβουν δημοσίως τα μαλλιά τους, τα αυτοκίνητα που κορνάρουν για να δηλώσουν τη στήριξή τους, τις διαδηλώσεις, τους χορούς και τα σχολεία όπου η έκφραση ανυπακοής στους κώδικες ηθικής και στα σύμβολα του καθεστώτος είναι εμβληματική, μέχρι τις συγκρούσεις με τις κατασταλτικές δυνάμεις και τις απεργίες διαφόρων εργασιακών κλάδων σε ένδειξη αλληλεγγύης με τις εκατοντάδες νέες δολοφονημένες/ους, νέους φυλακισμένους/ες, νέες εξαφανισμένες/ους από τις κρατικές δυνάμεις… Η οργισμένη κραυγή «γυναίκα, ζωή, ελευθερία» αντηχεί μαζί με το «μη φοβάστε, μη φοβάστε, είμαστε όλες μαζί», «οι μουλάδες να φύγουν», «θάνατος στον δικτάτορα», «από την Sanandaj στην Tabriz, τα μόνα που υπάρχουν είναι φτώχεια, διαφθορά και διακρίσεις»… 

Λίγο παραδίπλα στο Αφγανιστάν (σε έναν τόπο που η λέξη «κρίση» φαντάζει τραγελαφική ως περιγραφή της κατάστασης καθώς ζει μεγάλο χρονικό διάστημα σε καθεστώς διαρκούς πολέμου και στρατιωτικών επιχειρήσεων αποικιακής λογικής), από τη στιγμή που οι Ταλιμπάν παρέλαβαν την εξουσία από τα χέρια των «δυτικών» δυνάμεων και συνασπισμών τους, γυναίκες παλεύουν με διαδηλώσεις να κατοχυρώσουν την ύπαρξή τους στον λεγόμενο δημόσιο χώρο και τη θέση τους στο εκπαιδευτικό σύστημα. Σήμερα, με αφορμή τα γεγονότα στο γειτονικό Ιράν ξαναβγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας με τις μαντίλες, τις μπούρκες και τα τσαντόρ τους και για άλλη μια φορά δέχονται άγρια καταστολή… 

Δεν υπάρχει τίποτα ουσιαστικά πρωτόγνωρο όσον αφορά στο τι σηματοδοτεί μία «κρίση». Άλλωστε πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήταν δημοφιλή τα «δικά μας μνημόνια», οι «δικοί μας φτωχοί», τα «δικά μας παιδιά που λιποθυμούσαν στα σχολεία», οι δικές μας αντιστάσεις, οι δικές μας εκφράσεις αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Ούτε υπάρχει κάτι πρωτοφανές στην εκδήλωση ανυπάκουων και εξεγερσιακών καταστάσεων μετά από δολοφονίες του εκάστοτε καθεστώτος. Αρκετές/οι θυμόμαστε με συγκίνηση τη μοναδικότητα των βιωμάτων στην εξέγερση του 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, πολλοί/ές θυμούνται το ντόμινο των δράσεων και μετέπειτα εξελίξεων που προκάλεσε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και αρκετά πρόσωπα τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου/Zackie oh!, με την εμφάνιση στο δημόσιο πεδίο όχι μόνο όλων εκείνων των προσώπων που ήταν καταναγκαστικά «κρυμμένα» στα στενά τετραγωνικά των δικών τους ταυτοτικών χώρων και σχέσεων αλλά και της ανυπακοής και της οργής τους. Αυτά που εξελίσσονται στον Λίβανο, το Ιράν και αλλού αυτές τις ημέρες, πέραν της σπουδαιότητας τους ως υπενθύμιση -τόσο ζωογόνα σε αυτούς τους επιθετικούς καιρούς που ζούμε- ότι δεν υπάρχουν κράτη, θρησκείες, καταπιεστικά και εκμεταλλευτικά συστήματα όπως ο καπιταλισμός και η πατριαρχία που είναι άτρωτα και παντοτινά, επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά το γεγονός ότι ο αγώνας, η αντίσταση, η αλληλεγγύη αναδύουν τον πλούτο, την περιπλοκότητα της ζωής, της σύνδεσης∙ μπολιάζουν τα ριζοσπαστικά περιεχόμενα και τις μορφές αντίστασης και αλληλεγγύης με όλα όσα ήταν μέχρι πρότινος αόρατα και υποτιμημένα∙ κάνουν ορατές εκείνες τις πράξεις, εκείνα τα έργα (τα τόσο αναγκαία και κρίσιμα για τις συλλογικές οντότητες) και εκείνα τα πρόσωπα που τα φέρνουν εις πέρας καθημερινά αλλά συστηματικά υποτιμούνται και ευτελίζονται απομονωμένα σε ιδιωτικούς χώρους, όπως για παράδειγμα όλα όσα επιτελούν τη φροντίδα. Αποκτούν μία πρωτόγνωρη αυτοεκτίμηση και δύναμη όλα εκείνα τα πρόσωπα ή/και οι ομάδες που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Ενώνουν, όχι στο όνομα της ενότητας για την ενότητα αλλά βάσει εκείνης της συνθετικής ουσίας που εδράζεται στα ολοένα και πιο διευρυμένα ριζοσπαστικά περιεχόμενα και μορφές έκφρασής τους, συμπεριλαμβάνοντας ό,τι δεν ξέραμε ότι υπήρχε ή υποτιμούσαμε στο πλαίσιο της συστημικής κανονικότητας και του «αυτονόητου». Η συμπερίληψη συμβαίνει στη βάση των καταπιέσεων και όχι των ταυτοτήτων –χωρίς όμως να ακυρώνονται ή και να λοιδορούνται αυτές οι «ταυτότητες» που ψάχνουν για ανάσα ύπαρξης, για χώρους και χρόνους πολιτικοποίησης σε έναν κόσμο που όχι μόνο καταπιέζει αλλά και συστηματικά αορατοποιεί έννοιες, έργα, πλήθη, ομάδες… 

Έχει γίνει ξεκάθαρο ότι οι διαχωρισμοί της ζωής/συνύπαρξης σε αναλυτικές ή μεθοδολογικές ταξινομήσεις και ιεραρχήσεις, όχι μόνο έχουν αποτύχει ιστορικά αλλά η πραγματικότητα αποδεικνύει πόσο αποπροσανατολίζουν και -το κυριότερο- πόσο τροφοδοτούν τον λαϊκισμό, τη σύγχυση, τον συντηρητισμό, τον κοινωνικό αυτοματισμό και την ανάθεση. Η πραγματικότητα είναι αυτή που έρχεται πάντα να αναδείξει την περιπλοκότητα, τη διασύνδεση κάθε πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής, κοινωνικής πλευράς. Η ζωή/συνύπαρξη δεν διαχωρίζεται σε δημόσιο/ιδιωτικό, σε πολιτικό/προσωπικό ή πολιτικό/πολιτισμικό, σε άτομο/κοινωνία κοκ, και το γεγονός ότι δεν διαχωρίζεται συμβάλλει στην κατανόηση, στην ανάλυση και άρα στην κατεύθυνση χειραφέτησης, αγώνα, αντίστασης, εξέγερσης και επανάστασης. Σε καταστάσεις «κρίσης», αυτή η θέση/διαπίστωση επιβεβαιώνεται σε όλο της το μεγαλείο ποιοτικά και ποσοτικά –παρόλο που έρχεται ως θέση αντιμέτωπη με την επιθετικότητα όχι μόνο της κυρίαρχης θέσης και στάσης περί διαχωρισμένων και ιεραρχημένων σφαιρών αλλά και με δύο από τα σημεία των καιρών: ότι η ταχύτητα των βιωμάτων αυξάνεται σε βαθμό που η επεξεργασία τους ατονεί καθολικά και ταυτόχρονα η μνήμη συρρικνώνεται σε βαθμό εξαφάνισης. Δυστυχώς επίσης τα παραδείγματα/συμβάντα έρχονται, παρέρχονται και καταπίνονται από το χωνευτήρι της κανονικότητας, της καταστολής (τόσο δολοφονικής σε στιγμές) και της αφομοίωσης… 

Κάθε τέτοια στιγμή που υπενθυμίζεται ότι η ισχύς μπορεί να πληγεί μέχρι και να καταποντιστεί, βλέπουμε ξεκάθαρα ότι οι στιγμές αυτές υλοποιούνται από τις καταπιεσμένες τάξεις, από όλα αυτά τα υποκείμενα που «δεν υπήρχαν» την ίδια στιγμή που υπάρχουμε επειδή «υπήρχαν». Όπως και κάθε φορά, βλέπουμε όλων των λογιών τις κυρίαρχες τάξεις είτε να προσπαθούν να τα φιμώσουν είτε να τα αφομοιώσουν. Σήμερα στον Ιράν, που όλος ο δυτικός κόσμος μιλάει για την «επανάσταση των γυναικών», τρέμουμε από οργή ακούγοντας εκείνες τις φωνές της λευκής, αποικιακής δύσης να εργαλειοποιούν τη δική τους στιγμή, τη στιγμή αυτών των γυναικών, σε αυτό το μέρος. Αυτές τις φωνές που στη Γαλλία απέκλειαν κορίτσια από τα σχολεία επειδή φορούσαν μαντίλες και που σήμερα κόβουν τα τουφάκια από τα μαλλάκια τους σε ένδειξη αλληλεγγύης. Αυτές τις φωνές που στις ΗΠΑ απαγορεύουν τις αμβλώσεις. Αυτές τις φωνές που στην Ελλάδα κάνουν κηρύγματα στις εκκλησίες για «αγέννητα παιδιά», ψηφίζουν νόμους για συνεπιμέλειες και άλλα κουραφέξαλα. Αυτές τις φωνές που από άκρη σε άκρη επιχειρούν να χωρέσουν την πατριαρχική επιθετικότητα στα στενά όρια της δικαιοσύνης και των κατασταλτικών μηχανισμών, διαιωνίζοντάς την. Αυτές τις φωνές που τον φεμινισμό τον αποδέχονται μονάχα με ευγενικά φρουφρου και εναλλακτικά αρώματα, αλλά όταν τους χτυπάει την πόρτα αδιαμεσολάβητα, αχειραγώγητα γίνεται προβληματικός, επιθετικός, άδικος κοκ. Και ο κατάλογος αυτών των φωνών είναι δυστυχώς ατελείωτος… 

Η δική μας θέση απέναντι στα καταπιεσμένα, τους αγώνες και τις αντιστάσεις τους δεν θα μπορούσε παρά να είναι η γνωριμία, η συσχέτιση, η χειραφέτηση, η αλληλεγγύη, η αντίσταση σε ό,τι εξουσιάζει. Η αντιπαραβολή ενός κόσμου χωρίς εξουσίες, χωρίς σύνορα, χωρίς χαρτιά, χωρίς δίπολα, χωρίς ταξινομήσεις και ιεραρχήσεις, χωρίς ανάθεση σε ειδικούς, αυθεντίες και πάτρωνες, χωρίς «ταυτότητες» θα υπολείπεται όσο η ανυπάκουη καρδιά δεν επιθυμεί να αποκτά άβολες αρρυθμίες με αυτές τις άγνωστες τονικότητες και τις «παράφωνες» μελωδίες. Οι συμφωνίες και ασυμφωνίες όλων της «γης των κολασμένων», των «από κάτω» είναι, μεταξύ πολλών άλλων, αυτές που θα απομαγέψουν τα διαφημισμένα αποκούμπια όπως αυτά των φαντασιακών κοινοτήτων και κανονικοτήτων, των «δικαιωμάτων» και της κρατικής δικαιοσύνης, αποκούμπια που βασίζονται και σε «ταυτότητες» όπως το «χρώμα», το «φύλο», η «σεξουαλικότητα», η «φυλή», οι «ικανότητες»… Είναι αυτές οι «παραφωνίες» που θα αποκαλύψουν τις λογικές της πατρωνίας των καταπιεσμένων και των αντιστάσεών τους, για τις οποίες όσο πιο μακριά συμβαίνει «η εξέγερση των γυναικών» ή η επανάσταση των όποιων κάθε φορά άγνωστων αόρατων, τόσο πιο μελωδική ακούγεται στα αυτιά τους... 

Οκτώβρης 2022 

πρωτοβουλία του αναρχικού στεκιού Ρεσάλτο 

ενάντια στον σεξισμό, την πατριαρχία, τους έμφυλους διαχωρισμούς και διακρίσεις 

genderprw@protonmail.com


Παρέμβαση – Μικροφωνική στη νεάπολη της νίκαιας με αφορμή περιστατικά έμφυλης βίας

[Αναδημοσίευση από τα blog της Παρόδου και των Καρακαηδόνων]

Την Κυριακή 16/10 πραγματοποιήθηκε μικροφωνική – παρέμβαση, σχετικά με περιστατικά έμφυλης βίας (την απόπειρα γυναικοκτονίας μιας γυναίκας και την απαγωγή μιας 14χρονης). Μοιράστηκε κείμενο, πετάχτηκαν τρικάκια, βάφτηκαν συνθήματα και στενσιλ.


 

Για άλλη μια φορά βρισκόμαστε αντιμέτωπα με έμφυλες κακοποιήσεις.

Το πρωί της Πέμπτης 06/10 μια γυναίκα βγαίνει από το σπίτι της στη νίκαια, κυνηγημένη από τον άντρα της, ζητώντας βοήθεια, με ένα βαθύ τράυμα στο λαιμό. «Αμόκ» ονομάστηκε από τα σκουπιδοκάναλα η κατάσταση του άντρα, ο οποίος (παρά το δήθεν αμόκ) είχε τη δυνατότητα να μπαινοβγαίνει στο σπίτι του εναλλάσσοντας τα αντικείμενα, ώστε να πετύχει το σκοπό του, να τη δολοφονήσει δηλαδή χαρακτηρίζοντάς την «κακιά γυναίκα».

Την επόμενη μέρα στην ίδια γειτονιά αρπάζεται ένα 14 χρονο κορίτσι, καθώς πήγαινε με την αδελφή της στο φούρνο της γειτονιάς, από άντρα ο οποίος ανήκε στο οικογενειακό-φιλικό περιβάλλον του κοριτσιού. Πριν 20 μέρες την είχε αρπάξει ξανά και την είχε βιάσει. Στη μήνυση που είχε υποβάλει τότε η μητέρα του κοριτσιού οι μπάτσοι δεν «μπόρεσαν» να βρουν το τύπο. Το κορίτσι είναι ρομά. Στοιχείο τρομακτικά καταλυτικό για την αποτελεσματικότητα της έρευνάς τους. Σοκαρισμένη η τοπική κοινωνία παρακολουθεί τις εξελίξεις. Το σοκ ασφαλώς και σχετίζεται με το αν μετά τη λέξη «14χρονη» μπει η λέξη «ρομά».

Είναι γνωστό και δεν χρειάζεται παράθεση στατιστικών στοιχείων για να πειστεί κάποια ότι τα περιστατικά πατριαρχικής βίας είναι ιδιαίτερα συχνά στο ευρύτερο οικογενειακό – φιλικό περιβάλλον. Μέσα στην οικογένεια (αυτόν τον θεσμό – στυλοβάτη της πατριαρχίας) εκπαιδευόμαστε στους έμφυλους διαχωρισμούς, μας φοριούνται δίπολα, καθορίζονται ρόλοι, μαθαίνουμε να υπακούμε, να καταστέλλουμε επιθυμίες – τη σεξουαλικότητά μας, να ανεχόμαστε καταπιέσεις – ιεραρχήσεις. Μέσα στα πλαίσια της Άγιας Οικογένειας τα πρόσωπα που αρνούνται και αντιστέκονται στους όρους της αντιμετωπίζουν τη βία. Σωματική και ψυχολογική. Από τον άντρα του σπιτιού. Είναι η πατριαρχία που τους δίνει το δικαίωμα να υποτιμούν, να υψώνουν φωνές, να εξευτελίζουν, να σηκώνουν χέρι, να αρπάζουν αυτό που θέλουν, λες και τα σώματα μας είναι αντικείμενα που τους ανήκουν.
Ταυτόχρονα από τα σκουπιδοΜΜΕ αποδίδονται ψυχολογικοί όροι στον άντρα – φορέα της κακοποίησης. Για να μπορέσουν οι θεατές της κλειδαρότρυπας να καταπιούν αμάσητα πως οι πράξεις αυτού του είδους έχουν σαφή οριοθέτηση στο υποκείμενο που γίνεται φορέας τους. Ότι δηλαδή αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, που προκαλούνται από «τρελούς», «ανώμαλους», «σαλταρισμένους».

Λες και διαφέρουν από αυτό που βλέπουμε και ακούμε σε καθημερινή βάση. Τις φωνές μέσα στα σπίτια, την βία απέναντι σε γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους. Όχι επειδή αυτά είναι ευάλωτα, αλλά ακριβώς επειδή η πατριαρχία δίνει την άδεια να σηκώνουν χέρι σε αυτά τα σώματα. Σε μια κοινωνία όπου πρέπει να κρατάμε «τα εν οίκω, μη εν δήμω», δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες; Περιμένουμε να σοκαριστούμε από το δελτίο των οχτώ; Κι έπειτα να το ξεχάσουμε μόλις παλιώσει η είδηση, όπως και άλλες τόσες και να συνεχίσουμε τη ζωή μας;

Και τέλος πάντων φτάνει πια η στοχοποίηση των ανθρώπων με ζητήματα ψυχικής υγείας. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι αυτοί οι κακοποιητές, οι βιαστές, οι γυναικοκτόνοι. Είναι οι τύποι της διπλανής μας πόρτας πίσω από την οποία όταν ακούμε τις φωνές, τις βρισιές, τα ουρλιαχτά και τα χτυπήματα σιωπούμε και κοιτάμε την δουλειά μας. Και μετά… σοκαριζόμαστε…

Η πατριαρχία ως σύστημα εξουσίας που διακρίνει τους ανθρώπους με βάση το φύλο τους, τη σεξουαλικότητα, την ηλικία και την αρτιμέλεια τους σε ανώτερους και κατώτερους ορίζει ποια σώματα μπορούν να επιβάλλονται σε ποια, σε ποιους πρέπει να υπακούμε, ποιες είναι οι «καλές» και «κακές» γυναίκες, ποια είναι τα σωστά μάτσο αρσενικά και ποιοι οι πούστηδες και οι αδερφές, ποιοι αξίζουν να υπάρχουν και ποιοι πρέπει να εξαφανιστούν γιατί δεν μας κάνουν. Ξεκινάει με γελάκια και ανοχή στα σεξιστικά αστειάκια στις παρέες, με υποτίμηση, με βλέμματα που ζυγίζουν τα σώματα μας από πάνω ως
κάτω, για να γίνει κανονικότητα στις φωνές, στα χτυπήματα, στην καθημερινή κακοποίηση. Και να φτάνουμε έκπληκτοι να αναρωτιόμαστε γιατί ένας άντρας φτάνει στο σημείο να σκοτώνει μια γυναίκα.

Σε κάθε τέτοια εκδήλωσή τους στεκόμαστε σταθερά απέναντι

Συλλογικοποιούμε τις αρνήσεις και τις αντιστάσεις μας

Θα μας βρίσκετε διαρκώς μπροστά σας

Υγ. Και μια κουβέντα για τους μπάτσους που δεν μπορούν να βρουν τον αρπαγέα του κοριτσιού, στους οποίους μάλιστα είναι γνωστό το ονοματεπώνυμό του. Δεν έδειξαν την ίδια βραδυπορία και ανικανότητα όταν πριν λίγους μήνες στο διπλανό μας Πέραμα δολοφόνησαν, μετά από καταδίωξη που θύμιζε ταινία, 17χρονο ρομά. Ο ρατσισμός τους ξεδιπλώνεται πλήρως.

πάροδοςκαρακαηδόνες

 








Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

Διασυλλογικό κείμενο ενάντια στον φασισμό και τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό & για την αλληλεγγύη στον αντιφασίστα Νίκο Α.

Διασυλλογικό 4σέλιδο κείμενο ενάντια στον φασισμό και τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό & για την αλληλεγγύη στον αντιφασίστα Νίκο Α., το οποίο μοιράζεται στις γειτονιές του Κερατσινίου και της Δραπετσώνας.

 

 


Η ΒΑΝΑΥΣΟΤΗΤΑ ΦΑΣΙΣΜΟΥ & ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ ΣΥΝΘΛΙΒΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΙΑΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

9 χρόνια έχουν περάσει από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από νεοναζιστικό τάγμα εφόδου της χρυσής αυγής στο Κερατσίνι. 9 χρόνια έχουν περάσει από τότε που και ο πιο ανυποψίαστος συνειδητοποίησε πως ο φασισμός επιχειρεί να εξαφανίζει ό,τι δεν χωράει στα σχέδια που καταστρώνει σε κάθε εποχή. 9 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο αντιφασιστικός αγώνας εξέφρασε την ελάχιστη συλλογική οργή που του αναλογεί. 9 χρόνια έχουν περάσει και ο αντιφασιστικός αγώνας, όπως και κάθε αγώνας ενάντια σε κάθε καταπίεση και στις ιδεολογίες τους, παρόλο που μπορεί να έχει στιγμές κορύφωσης και περιόδους ύφεσης, δεν σταματά. Η ειρήνευση που προωθούν οι θεσμικές σειρήνες είτε μέσω της δικαιοσύνης τους είτε μεταμορφώνοντας τη βαναυσότητα σε «πολιτισμένη» δημοκρατική ενσωμάτωση, είναι η φίμωση των κραυγών που συνεχίζουν να εκτοπίζονται, να απομονώνονται, να κακοποιούνται, να βασανίζονται, να δολοφονούνται. Είναι η ειρήνευση της επιβεβλημένης ησυχίας στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό που αποκαλύπτει πως ο φασισμός ποτέ δεν ήταν μία παρένθεση…

 

1.    23 Οκτώβρη 2021, γειτονιές Περάματος:

Ένας 18χρονος Ρομά εκτελείται μέσα σε μία κατοικημένη περιοχή από 7 λευκούς άντρες των κατασταλτικών δυνάμεων που τον καταδίωκαν, άοπλος και ακινητοποιημένος στο κάθισμα του συνοδηγού ενός οχήματος. Δύο ακόμα ανήλικοι Ρομά που ήταν δίπλα του γλυτώνουν κατά τύχη (ο ένας βαριά τραυματισμένος) από τις 36 σφαίρες που γάζωσαν το αυτοκίνητο στο οποίο βρίσκονταν, το οποίο αποτελούσε και την αφορμή της καταδίωξης. Το αυτοκίνητο, για χάρη του οποίου το κράτος εκτέλεσε έναν «παραβατικό» των νόμων του και αποπειράθηκε να εκτελέσει άλλους δύο, παραδίδεται άμεσα από τις αστυνομικές αρχές για καταστροφή σε σκραπ, ώστε μαζί με αυτό να καταστραφούν και τα ενοχοποιητικά πειστήρια για τους 7 κρατικά πιστοποιημένους δολοφόνους. Οι τελευταίοι πέφτουν στα μαλακά μίας δικαιοσύνης που κατά τα άλλα δεν αμελεί να φυλακίζει επί μακρόν στα μπουντρούμια της τον κάθε φτωχοδιάβολο για μικροπαραβατικότητες: αφήνονται όλοι ελεύθεροι και δίχως κανέναν περιοριστικό όρο μέχρι την πραγματοποίηση ενός ακόμα δικαστικού ξεπλύματος, στο οποίο θα κριθούν «αντικειμενικά» από το συνάφι τους. Ο πολιτικός τους προϊστάμενος και υπουργός Προ.Πο., σπεύδει να συμπαρασταθεί δημόσια στους εκτελεστές για την «καλή δουλειά τους» και δηλώνει την ικανοποίησή του για την «ανεξάρτητη» κρίση της δικαιοσύνης. Οι διαμαρτυρίες και οι συγκρούσεις που ξεσπούν σε φτωχές, βιομηχανικές, υποβαθμισμένες και απομονωμένες περιοχές της μητρόπολης όπου κατοικούν Ρομά, καταστέλλονται από τους μπάτσους και αποσιωπώνται ή λοιδορούνται από τον κυρίαρχο λόγο. Ανάλογη μεταχείριση έχουν και πορείες/συγκεντρώσεις που καλούνται τις επόμενες ημέρες από αλληλέγγυους/ες. Διάφορες προσπάθειες θεσμικής αφομοίωσης της οργής συμβάλλουν από τη δική τους πλευρά στη διάχυση της παθητικότητας και της ανοχής των «από κάτω» μπροστά στην καταπίεση και τον ρατσισμό. Τα ΜΜΕ και διάφοροι άλλοι θεσμοί αναλαμβάνουν το επικοινωνιακό ξέπλυμα της κρατικής δολοφονίας, κάνοντας λόγο για «θανάσιμους τραυματισμούς» και «ανεξήγητα ερωτήματα για το συμβάν», φροντίζοντας παράλληλα να στιγματίζουν ακόμα περισσότερο το κοινωνικό περιθώριο που το ίδιο το σύστημα της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης δημιουργεί και συντηρεί για την αναπαραγωγή του. Εκεί όπου η έννοια της ιδιοκτησίας συνδυάζεται με αυτήν του ρατσισμού, η καταστολή μπορεί παραδειγματίσει με τους πιο αμείλικτους όρους. Μετά από λίγες εβδομάδες διαχείρισης, προπαγάνδας και ανέξοδων «συγκινήσεων» για το «τραγικό συμβάν», ο κυρίαρχος λόγος το αφήνει στη βολική λήθη της «αμείλικτης επικαιρότητας».

2.    25 Οκτώβρη 2021, λιμάνι Πειραιά:

Ένας 45χρονος λιμενεργάτης συνθλίβεται εν ώρα εργασίας από γερανογέφυρα στην προβλήτα ΙΙ ενός Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων. Ο ίδιος εργαζόταν -όπως και πολλοί άλλοι- σε κόντρα βάρδια στο πλαίσιο του εργασιακού καθεστώτος που επιφυλάσσει η ιδιοκτήτρια COSCO στους εργαζομένους της: εξαντλητικά ωράρια, διπλοβάρδιες, έλλειψη μέτρων προστασίας εργαζομένων, εργοδοτικές πιέσεις και φυσικά χαμηλοί μισθοί. Οι συνάδελφοι του δολοφονημένου λιμενεργάτη προχωρούν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ τα αφεντικά της COSCO κράτησαν με υπεροπτική αδιαφορία στάση σιγής. Σε συνεργασία πάντα με ολόκληρο το θεσμικό πλέγμα κράτους-κεφαλαίου, με το οποίο τα προηγούμενα χρόνια από κοινού διαφήμιζαν και αυτό-επαίρονταν για ένα Master Plan ανάπλασης του λιμανιού που θα βελτίωνε δήθεν τις ζωές εργατών και κατοίκων. Αφού διασφαλίστηκε ότι κανένας υπεύθυνος από την πλευρά των εργοδοτών δεν πρόκειται να διωχθεί έστω τυπικά για τη δολοφονία ενός λιμενεργάτη, η COSCO ικανοποίησε κάποια από τα αιτήματα των εργατών της προκειμένου να αποσβεστεί η οργή τους και να επιστρέψουν στα πόστα τους για την απρόσκοπτη κερδοφορία της (μόλις 6 μήνες αργότερα, ένας ακόμα λιμενεργάτης τραυματίζεται σοβαρά στον Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων του λιμανιού, πέφτοντας από ύψος 12 μέτρων εν ώρα εργασίας). Τα ΜΜΕ φρόντισαν από την πλευρά τους να αποσιωπήσουν μία ακόμα εργατική δολοφονία βάσει της οποίας μπορούν και υπάρχουν ως τέτοια, με διαφημίσεις και χορηγίες των ίδιων των εμπορευμάτων και των καπιταλιστικών συμφερόντων που εκμεταλλεύονται καθημερινά τους λιμενεργάτες. Μετά από λίγες εβδομάδες διαχείρισης, προπαγάνδας και ανέξοδων «συγκινήσεων» για το «τραγικό συμβάν», ο κυρίαρχος λόγος το αφήνει στη βολική λήθη της «αμείλικτης επικαιρότητας».

3.    17 Νοεμβρίου 2021, Αλευροβιομηχανία «Κυλινδρόμυλοι Κ. Σαραντόπουλος», Κερατσίνι:

Ένα 8χρονο κορίτσι Ρομά εγκλωβίζεται στη μπροστινή, φυλασσόμενη και επιτηρούμενη (από κάμερες και ανθρώπους) καγκελόπορτα μίας αλευροβιομηχανίας ενώ έπαιζε. Για πάνω από 20 λεπτά ασφυκτιεί βασανιστικά χωρίς καμία βοήθεια, ενώ το εργοστάσιο βρισκόταν σε κανονική λειτουργία. Εργαζόμενοι κοιτούν και προσπερνούν, ενώ λίγο πριν κάποιος ανοίξει την καγκελόπορτα και εκείνο σωριαστεί στο έδαφος, το κλωτσούν διερευνητικά με το πόδι. Έπειτα, αφήνεται στο έδαφος αβοήθητο, ενώ βαριά οχήματα περνούν από δίπλα του χωρίς να σταματούν. Το κορίτσι πλέον είναι νεκρό, όχι τόσο από το βάρος της καγκελόπορτας όσο από τη δολοφονική μίξη της κανονικότητας της καπιταλιστικής παραγωγής, του μικροαστικού ρατσισμού, της πατριαρχικής υπεροψίας και της μίζερης αποδοχής του κοινωνικού κανιβαλισμού. Προς επίρρωση και επιβράβευση αυτής της μίξης, η διοίκηση της αλευροβιομηχανίας δεν προβαίνει σε καμία απολύτως δήλωση και καμία κίνηση για αυτήν τη δολοφονία στην πόρτα της, ενώ λίγες εβδομάδες αργότερα τοποθετείται δημόσια μόνο για να κοινοποιήσει κυνικά τον ισολογισμό του 6μηνου. Οι κρατικές αρχές κατηγορούν μόλις ένα άτομο για «ανθρωποκτονία από αμέλεια». Τα ΜΜΕ φρόντισαν να ξεπλύνουν ακόμα και με δάκρυα τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας. Μετά από λίγες εβδομάδες διαχείρισης, προπαγάνδας και ανέξοδων «συγκινήσεων» για το «τραγικό συμβάν», ο κυρίαρχος λόγος το αφήνει στη βολική λήθη της «αμείλικτης επικαιρότητας».

Σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα και σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων, οι στυγνές δολοφονίες του Νίκου Σαμπάνη στο Πέραμα, του Δημήτρη Δαγκλή στο λιμάνι του Πειραιά, καθώς και της Όλγας στο εργοστάσιο Σαραντόπουλου στο Κερατσίνι –με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που φέρει η καθεμία ξεχωριστά– είναι κάτι περισσότερο από δηλωτικές των κυριαρχικών επιλογών για τις γειτονιές του Πειραιά και πολλών άλλων ταξικά προσδιορισμένων περιοχών. Είναι η συμπύκνωση -χρονικά και γεωγραφικά- μίας αναβαθμισμένης και υποδειγματικής εξόντωσης των «από κάτω» εκ μέρους της κρατικής εξουσίας, της καπιταλιστικής λεηλασίας, της πατριαρχίας και του ρατσισμού (που συμβολίζονται στους μπάτσους-εκτελεστές και τους «αμερόληπτους» δικαστές, στην αρρενωπή δολοφονική «αδιαφορία», στις γερανογέφυρες της COSCO και την καγκελόπορτα ενός εργοστασίου). Είναι σημείο των καιρών των αλλεπάλληλων δολοφονιών, των βιασμών και των κακοποιήσεων γυναικών και άλλων μη αρρενωπών προσώπων, επιχειρώντας να ανασχέσουν τις χειραφετητικές διαδρομές των καταπιεσμένων από την πατριαρχική εξουσία. Είναι η εξακτίνωση της θανατοπολιτικής των μεταναστ(ρι)ών –όπως η πρόσφατη δολοφονία ενός μωρού στα σύνορα του Έβρου και η ακόλουθη σπίλωση του ιδίου και της μητέρας του από τον σκατόψυχο σωβινισμό του ελληνικού κράτους– και της κανονικοποίησης των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των κλειστών συνόρων και της εξαίρεσης συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων με φυλετικά, ταξικά και έμφυλα κριτήρια (τρέχον παράδειγμα οι απόπειρες βίαιης εκκένωσης μεταναστ(ρι)ών του Ελαιώνα με στόχο τον εκ νέου εγκλεισμό τους στο στρατόπεδο του Σχιστού στο Κερατσίνι). Είναι η αυταρχικοποίηση και επίταση της καταστολής, της επιτήρησης και του ελέγχου σε δρόμους και πλατείες (όπως με την αστυνομοκρατούμενη πλατεία Εξαρχείων), σε σχολές (όπως με την πανεπιστημιακή αστυνομία), σε φυλακές και ψυχιατρεία (όπως με την πρόσφατη δολοφονική διαχείριση του αναρχικού απεργού πείνας Γ. Μιχαηλίδη). Είναι η πραγματική όψη της επιστημονικής αυθεντίας και του υγειονομικού αυταρχισμού που εκδηλώθηκε με αφορμή την Covid-19 απέναντι σε καθετί «μιαρό», «ανίσχυρο» και «ασθενές» (όπως ένας παραβατικός ρομά για τη λευκή ανωτερότητα, ένας εργάτης για το αφεντικό του, ένα παιδικό σώμα κοριτσιού Ρομά για τον ενήλικα αρτιμελή νοικοκυραίο και τον εργοστασιάρχη του). Είναι η καταστροφή και οι στάχτες στον βωμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των ενεργειακών αναγκών για τη διατήρηση του πολιτισμού της μόλυνσης και της ρύπανσης. Είναι η φυσική προέκταση του εθνικισμού, του πατριωτισμού και της μισαλλοδοξίας, για την υπεράσπιση της ντόπιας κρατικής εξουσίας και των αφεντικών. Είναι η άλλη όψη της στρατιωτικοποίησης, των εξοπλισμών και των πολέμων που διεξάγονται μεταξύ κρατών για τον έλεγχο, την καταπίεση και την εκμετάλλευση ανθρώπων, γης και αέρα.

Οι δολοφονίες αυτές –όπως και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, του Σαχζάτ Λουκμάν, του Ζακ Κωστόπουλου/της Zackie Oh! και τόσων άλλων περισσευούμενων, μεταναστ(ρι)ών, εργατ(ρι)ών και μη αρρενωπών cis προσώπων σε σύνορα και ενδοχώρα– δεν ήταν ποτέ κάποια μεμονωμένα περιστατικά ή κάποια «ατυχήματα» (κατασταλτικά, εργατικά ή «ανθρώπινα»). Αντιθέτως, αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι στην ολοένα και εντονότερη κατίσχυση του σύγχρονου ολοκληρωτισμού κράτους-κεφαλαίου-πατριαρχίας, του εθνικού του κορμού και των φασιστικών του παραφυάδων. Μία κατίσχυση που μας θέλει αδύναμους, εξατομικευμένες, υπάκουους, αναλώσιμες, εφήμερες και καταναλωτικούς. Σε πόλεμο μεταξύ μας και σε ειρήνη με τα κάθε λογής αφεντικά μας, δίχως συλλογική μνήμη, καθημερινότητα και προοπτική. Για τον λόγο αυτό, ακόμα και αν ο κυρίαρχος λόγος υπερθεματίσει αρχικά πάνω σε ένα τέτοιο συμβάν, αυτό γίνεται προκειμένου οι πραγματικές του διαστάσεις να θαφτούν στη λήθη. Και για τον ίδιο λόγο, ο αγώνας για τη διατήρηση στη συλλογική μνήμη αυτών των δολοφονιών ενάντια στη λήθη της εξουσίας εξακολουθεί να είναι αγώνας ενάντια στον φασισμό και το σύστημα που τον γεννά και τον θρέφει.

Η βαναυσότητα του φασισμού και του σύγχρονου ολοκληρωτισμού θα συνθλίβεται πάντα στην εξεγερσιακή ευαισθησία. Εκεί όπου η διάχυτη κοινωνική σύγκρουση ενάντια στις επιταγές και τις αυταπάτες της εξουσίας πραγματώνεται με αυτοοργανωμένες κοινότητες αλληλοβοήθειας, αλληλεγγύης, χειραφέτησης και αντίστασης. Ενάντια στις κυρίαρχες λογικές των διπόλων όπως δυνατοί-αδύναμοι, ειδικοί-ανειδίκευτοι, ικανοί-ανίκανοι. Ενάντια στις ιδεολογίες του ρατσισμού, του σεξισμού, του εθνικισμού και κάθε άλλου διαχωρισμού και διάκρισης.

 

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟ

ΚΡΑΤΟΥΣ-ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ-ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑΣ & ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 

----------------------------------------------- 


ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΑ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΝΙΚΟ Α.

που διώκεται για την εναντίωσή του στον φασισμό και το σύστημα που τον γεννά και τον θρέφει

Την Παρασκευή 16 Σεπτέμβριου 2022, 9 χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από νεοναζιστικό τάγμα εφόδου της χρυσής αυγής το 2013, ο σύντροφος Νίκος Α. δικάζεται σε 2ο βαθμό στα δικαστήρια του Πειραιά για τη συμμετοχή του στην αντιφασιστική πορεία στο Κερατσίνι έναν χρόνο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, στις 18/09/14. Το εξαρχής σαθρό κατηγορητήριο αποτέλεσε τη βάση μίας πολύχρονης πολιτικής και εκδικητικής δίωξης, μέσω της οποίας τον Απρίλη του 2018 καταδικάστηκε πρωτόδικα σε 6 χρόνια φυλάκισης με ανασταλτικό χαρακτήρα μέχρι το επερχόμενο εφετείο.

 

Η ζωντανή μας μνήμη ενάντια στη λήθη της εξουσίας…

Από το 2008, η διαχείριση της συστημικής κρίσης που εκδηλώθηκε ενάντια στους «από κάτω» και τους αγώνες τους ενάντια στην κρατική/καπιταλιστική λεηλασία, εξέθρεψε και πριμοδότησε ένα νεοναζιστικό/παρακρατικό μόρφωμα ως επίσημο κρατικό/κοινοβουλευτικό βραχίονα της δημοκρατίας. Τον Σεπτέμβρη του 2013, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι και μαζί της η διαδήλωση με εξεγερσιακά χαρακτηριστικά πολλών χιλιάδων αντιφασιστ(ρι)ών την αμέσως επόμενη μέρα στους ίδιους δρόμους, αποκάλυψαν από τη μία τον βαθύ συστημικό ρόλο της χρυσής αυγής, την προώθηση της ακροδεξιάς ατζέντας και του κοινωνικού εκφασισμού εκ μέρους της, τη λειτουργία της ως φασιστική εφεδρεία απέναντι στο διαφορετικό ή απέναντι σε ό,τι αντιστέκεται ενάντια στο σύστημα. Από την άλλη, ανέδειξαν ότι κάθε τέτοιο μόρφωμα -με όποιο μανδύα και αν εμφανίζεται- ήταν, είναι και θα είναι το μακρύ χέρι της δημοκρατίας. Έκτοτε, ένας όψιμος «κρατικός αντιφασισμός» και η πάντα χρήσιμη «θεωρία των άκρων» επιστρατεύτηκαν από κάθε λογής θεσμικούς φορείς. Αφενός, για να αφομοιώσουν και να καταστείλουν τον διάχυτο κοινωνικό αντιφασισμό και αφετέρου, για να ξεπλύνουν την ίδια εξουσία κράτους-κεφαλαίου-πατριαρχίας που τα αμέσως προηγούμενα χρόνια ανέσυρε τους φασίστες από τις τρύπες τους για να τους αναδείξει ως επίσημο πολιτικό/κρατικό πόλο.

…είναι οι αντιστάσεις μας απέναντι στις κρατικές μεθοδεύσεις

Στην αντιφασιστική διαδήλωση στο Κερατσίνι τον Σεπτέμβρη του 2014, έναν χρόνο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, το ίδιο σύστημα που γεννάει και εκθρέφει τον φασισμό έθεσε σε εφαρμογή το κρατικό δόγμα «Νόμος και Τάξη» και την κατασταλτική στρατηγική της «μηδενικής ανοχής» απέναντι σε αντιφασίστ(ρι)ες. Η δημιουργία και η διάχυση ενός τρομοκρατικού κλίματος πριν την πορεία από κράτος και ΜΜΕ (με 4.000 αστυνομικούς, μηχανοκίνητες δυνάμεις, ελικόπτερα και αύρα μέσα σε γειτονιές) δεν ήταν αρκετά για να εμποδίσουν πολλές χιλιάδες διαδηλωτ(ρι)ών που εκείνη τη μέρα γέμισαν και πάλι τους δρόμους του Κερατσινίου και συμμετείχαν στα αντιφασιστικά καλέσματα. Μεταξύ τους, ο σύντροφος Νίκος Α. από τις γειτονιές του Περιστερίου, που συμμετείχε ως κομμάτι της διοργάνωσης στο κάλεσμα και στο μπλοκ που διαμόρφωσαν τα δύο αυτοοργανωμένα εγχειρήματα του Κερατσινίου (η Συνέλευση της Πλατείας Κερατσινίου-Δραπετσώνας και ο αυτοοργανωμένος χώρος αλληλεγγύης και ρήξης Ρεσάλτο), με τη στήριξη του αντιφασιστικού συντονιστικού συλλογικοτήτων από τις περιοχές του Πειραιά και της δυτικής Αθήνας. Η αποτυχία της κρατικής καταστολής να εκφοβίσει χιλιάδες κόσμου συνοδεύτηκε από την εφαρμογή ενός σχεδίου κατατεμαχισμού και διάλυσης της ογκώδους αντιφασιστικής πορείας που την αψήφησε. Μεταξύ πολλών μπλοκ που χτυπήθηκαν από δυνάμεις των ΜΑΤ και μηχανοκίνητες δυνάμεις ΔΕΛΤΑ, αυτό που δέχθηκε τη μεγαλύτερη πίεση και διαδοχικές επιθέσεις ήταν το μπλοκ των αυτοοργανωμένων εγχειρημάτων της περιοχής, στο οποίο συμμετείχαν περί των 2000 ατόμων. Στη λεωφόρο Σαλαμίνος, το μπλοκ διασπάστηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις σε δύο κομμάτια τα οποία ανασυγκροτήθηκαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις λόγω των αστυνομικών φραγμών. Αμφότερα, δέχτηκαν νέες αστυνομικές επιθέσεις και συλλήψεις στο σωρό προκειμένου να διαλυθούν οριστικά. Το ένα κομμάτι, το πολυπληθέστερο, δέχτηκε επίθεση των ΜΑΤ με 61 συλλήψεις και τις συνήθεις ανυπόστατες απαγγελίες κατηγοριών πλημμεληματικού βαθμού. Το άλλο κομμάτι, που αν και μικρότερο αποτελούσε την κεφαλή του αρχικού μπλοκ, δέχτηκε νέα επίθεση από ομάδες ΔΕΛΤΑ στην πλατεία Κύπρου (στο δημαρχείο Κερατσινίου-Δραπετσώνας), σημείο που έγινε και η σύλληψη του Νίκου Α. με την απόδοση στη συνέχεια κατηγοριών κακουργηματικού βαθμού.

Το σαθρό και ανυπόστατο κατηγορητήριο ενάντια στον σύντροφο έφτασε στο σημείο να τον κατηγορεί για «κατοχή-χρήση μολότοφ, έκρηξη και εμπρησμό», ενώ εκείνη την ημέρα δεν είχε πέσει καμία μολότοφ ή κάτι σχετικό, ούτε στην πλατεία Κύπρου, ούτε στους γύρω δρόμους της. Η εκδικητικότητα του κράτους απέναντι σε όλους τους συλληφθέντες/ίσσες εκφράστηκε γενικότερα με τη δικαστική τους ομηρία επί 4 χρόνια για τις πολιτικές αυτές διώξεις, ενώ ειδικότερα στην περίπτωση του Νίκου Α. στην πρωτόδικη καταδίκη του σε 6 χρόνια φυλάκισης τον Απρίλη του 2018. Λίγους μόλις μήνες αργότερα (Γενάρης του 2019), οι 61 συλληφθέντες/ίσσες -που αρχικά διαδήλωναν στο ίδιο μπλοκ μαζί με τον Νίκο Α. πριν τους διασπάσουν οι κατασταλτικές δυνάμεις- απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες που τους είχαν αποδοθεί, αποδεικνύοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η αρχική καταδίκη του συντρόφου έχει αποκλειστικά πολιτικό και εκδικητικό χαρακτήρα. Στο πρόσωπό του, το κράτος αναγνωρίζει και τιμωρεί την επιμονή όσων συμμετείχαμε στο αρχικό μπλοκ να παραμείνουμε στον δρόμο, παρά την πρωτοφανή κρατική καταστολή στις γειτονιές του Κερατσινίου. Αρνούμενες/οι με τη στάση μας τον όψιμο «θεσμικό αντιφασισμό» και τις προσταγές του, όπως επίσης και το ξέπλυμα του συστήματος που ευνοεί κάθε λογής φασιστικές γκρούπες και ιδεολογήματα.

 

Οι διώξεις αντιφασιστ(ρι)ών στα έδρανα του «θεσμικού αντιφασισμού»…

Ο φασισμός δεν πρόκειται ποτέ να τσακιστεί στα έδρανα των δημιουργών του. Ο αγώνας ενάντια στον φασισμό είναι συγχρόνως και αγώνας ενάντια στο σύστημα και τους θεσμούς που τον γεννούν και τον θρέφουν. Είναι ο αγώνας των συλλογικών αντιστάσεων και της χειραφέτησης των «από κάτω» στους δρόμους, τις πλατείες και τις συνειδήσεις, για την αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια και την ατομική/κοινωνική απελευθέρωση. Ενάντια σε κάθε εξουσία, ενάντια στους επίπλαστους και επιβαλλόμενους διαχωρισμούς της φυλής, του φύλου, της τάξης, της θρησκείας, της αρτιμέλειας.

Αυτός είναι και ο λόγος που κάθε φορά ο θεσμός της δικαιοσύνης επιχειρεί να αφομοιώνει τις κοινωνικές αντιστάσεις σε ελεγχόμενα θεσμικά πλαίσια και ταυτόχρονα να νομιμοποιεί το ίδιο το σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης που παράγει κάθε φασισμό. Γι’ αυτό άλλωστε, ο σύντροφος Νίκος Α. όπως και άλλοι αντιφασίστ(ρι)ες -π.χ. οι 10 συλλεφθέντες/ίσσες της αντιφασιστικής πορείας στο Αγρίνιο τον Σεπτέμβρη του 2018- διώκονται επί μακρόν ή και καταδικάζονται, την ίδια στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα των φυσικών και ηθικών αυτουργών της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, του Σαχζάτ Λουκμάν και του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν (και αμέτρητων άλλων δολοφονικών επιθέσεων σε αγωνιζόμενες/ους και μετανάστ(ρι)ες) κυκλοφορούν ελεύθεροι, πριν αλλά και μετά την πολυδιαφημιζόμενη δικαστική καταδίκη του ναζιστικού μορφώματος της χρυσής αυγής. Μίας προσχηματικής καταδίκης ενός διαχρονικού παρακρατικού και δολοφονικού μηχανισμού που αναδεικνύει ακόμα περισσότερο το πραγματικό πρόσωπο της καταστολής μπάτσων και δικαστών, όπως επίσης και τη μακιαβελική χυδαιότητα της «θεωρίας των άκρων». Πόσο δε μάλλον, αν ληφθούν επίσης υπόψη οι βαριές καταδίκες που ακούει κάθε φτωχοδιάβολος για συγκριτικά γελοία παραπτώματα -πάντα με βάση τα δικά τους μέτρα και σταθμά- αλλά και με τις παραδειγματικές καταδίκες και τους εκδικητικούς εγκλεισμούς όσων αντιστέκονται στην εξουσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η άρνηση αποφυλάκισης -άνευ κάθε νομικής βάσης- του αναρχικού Γιάννη Μιχαηλίδη μετά την ολοκλήρωση της έκτισης της πολυετούς ποινής του από τον Δεκέμβρη του 2021, καθώς και η δολοφονική στάση του κρατικού μηχανισμού κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας που διεξήγαγε για 68 μέρες.

…είναι η προετοιμασία των επόμενων φασιστικών εφεδρειών κράτους-κεφαλαίου-πατριαρχίας

Όσο περισσότερο ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός κράτους-κεφαλαίου-πατριαρχίας «αντιτίθεται» στον φασισμό, τόσο περισσότερο τον εκφράζει και τον υποστυλώνει, υποδαυλίζοντας τον κοινωνικό αυτοματισμό και εκφασισμό. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία (όπου κάθε εμπλεκόμενη κρατική εξουσία δήθεν πολεμάει τον φασισμό ή τον ναζισμό μιας άλλης), στην αντιμεταναστευτική θανατοπολιτική που συνεχίζεται ακάθεκτη (με το ελληνικό και το τουρκικό κράτος να εξαιρούν και να καταστέλλουν μετανάστ(ρι)ες ως «πιόνια της άλλης πλευράς»), μέχρι τις πολιτικές ηγεσίες -εγχώρια ή παγκοσμίως- που ενσωματώνουν ή συμμαχούν με δηλωμένους φασίστες και ναζί (κάτι που δεν αρνήθηκε να κάνει ούτε και η αριστερά του ελληνικού κράτους τα περασμένα χρόνια). Ο φασισμός όμως, με ή χωρίς χρυσή αυγή, είναι παρόντας σε διάφορες πτυχές, ατζέντες και λόγους της κυριαρχίας. Στις δολοφονίες και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστ(ρι)ών. Στις εθνικές φιέστες, στην πολεμική προετοιμασία και τα εξοπλιστικά της προγράμματα. Στη στρατιωτικοποίηση και την εκπειθάρχηση της κοινωνικής ζωής στη βάση ενός υγειονομικού-επιστημονικού ολοκληρωτισμού. Στην ολοένα εντεινόμενη καταστολή, στα στρατιωτικοποιημένα σύνορα και τις αστυνομοκρατούμενες πόλεις, σε φοιτητ(ρι)ές με αιχμή την εγκαθίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας, όπως και σε υγειονομικές/ούς ή φυλακισμένους/ες. Στην πατριαρχική καθυπόταξη, τους βιασμούς, τους ξυλοδαρμούς και τις δολοφονίες γυναικών και άλλων ατόμων που δεν ταιριάζουν στις επιταγές της κυρίαρχης λευκής, ετεροσεξουαλικής αρρενωπότητας. Στους άμεσα ή έμμεσα ρατσιστικούς λόγους και την προπαγάνδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης αλλά και αυτών που εμφανίζονται σε λογαριασμούς των social media κοινοβουλευτικών φορέων, δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών και λοιπών «influencers». Στην κανονικοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού, του ανταγωνισμού και της τοξικότητας. Στη γενικευμένη υλική και πνευματική φτωχοποίηση των ζωών μας.

Η υπόθεση της δίωξης του αντιφασίστα Νίκου Α. είναι αναπόσπαστο κομμάτι των συλλογικών μας αγώνων όλα αυτά τα χρόνια, σε δρόμους και πλατείες, σε πορείες και συγκεντρώσεις, σε συναντήσεις και αμφισβητήσεις, στη γενικότερη σύγκρουση μας με την κυρίαρχη κανονικότητα η οποία μας προκαλεί ασφυξία. Ακόμα περισσότερο, όταν η δίωξή του δεν κοιτάζει μόνο στο παρελθόν αλλά αποσκοπεί επίσης στην ανάσχεση των κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι στον φασισμό και το σύστημα που τον γεννά και τον θρέφει, στο παρόν και το μέλλον. Όμως η επιβαλλόμενη λήθη της εξουσίας, οι κρατικές μεθοδεύσεις και η καταστολή δεν θα καταφέρουν ποτέ να ξεθωριάσουν την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα και τις ζωντανές μνήμες των «από κάτω». Ο Νίκος Α. είναι ένας από εμάς και δεν θα μείνει μόνος απέναντι σε κράτος, αφεντικά και φασίστες.

 

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΡΑΤΗ, ΑΦΕΝΤΙΚΑ, ΦΑΣΙΣΤΕΣ

 

Σεπτέμβρης 2022

 

Συνέλευση της Πλατείας Κερατσινίου-Δραπετσώνας

Αυτοοργανωμένος χώρος αλληλεγγύης & ρήξης, Ρεσάλτο