Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

γκρεμίζουν κατακτήσεις ολόκληρου αιώνα / όλοι στους δρόμους, όλοι στον αγώνα

Την προηγούμενη βδομάδα ανακοινώθηκαν και προωθούνται μέσω προεδρικών διαταγμάτων η αύξηση του ορίου των μαζικών απολύσεων, η μείωση του (έτσι κι αλλιώς απαράδεκτου) βασικού μισθού (έμμεση κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων) και η μείωση των αποζημιώσεων απολύσης.
Την Τετάρτη 23/6, επίσης, θα κατατεθεί προς ψήφιση το νέο αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο που αυξάνει τα όρια συνταξιοδότησης, μειώνει τις συντάξιμες αποδοχές και κατ' ουσία καταργεί τα βαρέα και ανθυγιεινά και τις ειδικές κατηγορίες πρόωρης συνταξιοδότησης.
Το κείμενο που ακολουθεί υπάρχει και στο 6ο φύλλο της εφημερίδας του στεκιού, που κυκλοφόρησε πριν από 10 ημέρες και έχει ήδη μοιραστεί σε 4.000 αντίτυπα χέρι-χέρι στις περιοχές μας.
Ασφαλιστικό: η ιστορία μιας 60χρονης λεηλασίας
Τις μεταπολεμικές δεκαετίες τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων «αξιοποιήθηκαν» από το κράτος μέσω της ΕΤΒΑ (Εθνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης) για επιδότηση της βιομηχανίας. Οι έλληνες βιομήχανοι (οι «μεγάλοι ευεργέτες»!) έπαιρναν δανεικά τα χρήματα των ταμείων είτε άτοκα είτε με επιτόκιο μέχρι 3% για να κάνουν επενδύσεις, να μεγαλώνουν τις επιχειρήσεις τους και να αυξάνουν τα κέρδη τους, τη στιγμή που ο πληθωρισμός και αντίστοιχα τα τραπεζικά επιτόκια ήταν άνω του 20%. Οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις (όπως του Ινστιτούτου Εργασίας των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ) υπολογίζουν την απώλεια των ταμείων στα 44 δις ευρώ στα 30 περίπου χρόνια που διήρκησε αυτή η διαδικασία.
Την ίδια λογική, της «αξιοποίηση» των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, ακολούθησε το κράτος και για την κάλυψη δικών του ταμειακών αναγκών. Πόσες και πόσες οικονομικές «τρύπες» του κράτους δεν καλύφθηκαν από τα χρήματα των ταμείων (πάντα άτοκα αφού δε θεωρούνταν δανεικά), με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την κάλυψη ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς του. Το ύψος των απωλειών από την κρατική «αξιοποίηση» των αποθεματικών παραμένει άγνωστο.
Αποτέλεσμα αυτής της πολυεπίπεδης κρατικής και επιχειρηματικής «αξιοποίησης» των αποθεματικών ήταν ήδη από τη δεκαετία του ’80 τα ταμεία να αρχίσουν το ένα μετά το άλλο να εμφανίζουν ελλείμματα. Πρώτο το ΙΚΑ αναγκάστηκε να προσφύγει μέσα στη δεκαετία του ΄80 σε τραπεζικό δανεισμό με το προνομιακό επιτόκιο του 28%, την ίδια στιγμή που τα κατατεθειμένα στις τράπεζες αποθεματικά του τοκίζονταν με 15%. Από εκείνο το σημείο και έπειτα τα ασφαλιστικά ταμεία υπόκεινται σε διαρκή τραπεζικό δανεισμό και μάλιστα με επαχθή επιτόκια. Έτσι, εδώ και σχεδόν 30 χρόνια, από τη μια οι τράπεζες ξεζουμίζουν τα ταμεία και από την άλλη μεγάλο μέρος των εισφορών των εργαζομένων αντί να ενισχύει τα αποθεματικά πηγαίνει στην αποπληρωμή των τόκων δανεισμού.
Ακολούθησε η μετατροπή της διμερούς χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος (1/3 των εισφορών από τον εργαζόμενο, 2/3 των εισφορών από τον εργοδότη) σε τριμερή χρηματοδότηση (1/3 από τον εργαζόμενο, 1/3 από τον εργοδότη, 1/3 από το κράτος). Ήταν μια προσφορά του κράτους προς τα αφεντικά για μείωση του εργατικού κόστους και για έμμεση μετακύλιση του κόστους της κοινωνικής ασφάλισης προς τους ίδιους τους εργαζόμενους αφού το κράτος (που τα έσοδά του προκύπτουν από τη φορολογία) μέσα και από τη δική τους φορολόγηση θα κατέβαλε το δικό του μερίδιο. Το κράτος, βέβαια, ακόμα και έτσι, στα 20 χρόνια που έχει επιβάλλει αυτό το καθεστώς, δεν καταβάλει αυτά που του αναλογούν, χρωστώντας αυτή τη στιγμή στα ταμεία πολλά δις ευρώ (πρόκειται για διψήφιο νούμερο αλλά δεν έχει γίνει κάποιος ακριβής υπολογισμός). Ποσό χαρισμένο στα αφεντικά από την τριμερή χρηματοδότηση, ποσό που το κράτος δηλώνει ανίκανο να καταβάλει και δεν πρόκειται να καταβάλει, ποσό που τελικά έχει υφαρπαχθεί από τους εργαζόμενους.
Παράλληλα, όλες αυτές τις δεκαετίες, αυτό που καθιερώθηκε σχετικά με τις εργοδοτικές ασφαλιστικές «υποχρεώσεις» είναι ένα καθεστώς σχεδόν προαιρετικής «συνδρομής». Χιλιάδες είναι οι επιχειρήσεις που σκόπιμα δεν καταβάλουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές για τους εργαζομένους τους (από μεγάλες βιομηχανίες και πολυεθνικούς ομίλους μέχρι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μικρομάγαζα της γειτονιάς) και περιμένουν ανά κάποια χρόνια μια κρατική ρύθμιση των οφειλών τους, στην οποία καλούνται πάντα να καταβάλουν πολύ λιγότερα από αυτά που χρωστούν. Η εργοδοτική εισφοροδιαφυγή υπολογίζεται σε 3 δις ευρώ ετησίως. Μια ακόμα διάσταση της αδηφαγίας των αφεντικών και της οργανωμένης επίθεσης στον κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης.
Σα να μην έφταναν τα παραπάνω, την τελευταία δεκαετία τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων τζογαρίστηκαν στα χρηματιστήρια, σε δομημένα ομόλογα και πάει λέγοντας. Όλως τυχαίως, βέβαια, κανένα όφελος για τους εργαζόμενους δεν προέκυψε από αυτή την «επιλογή» παρά μόνο απώλειες για τα ταμεία, κέρδη για χρηματοπιστωτικούς ομίλους και μίζες για κυβερνητικά στελέχη και ενδιάμεσους μεσολαβητές.
60 χρόνια ασταμάτητα, λοιπόν, το κράτος και τα αφεντικά υφαρπάζουν τα αποθεματικά των εργαζομένων, που υπάρχουν για την κάλυψη ιατροφαρμακευτικών και νοσοκομειακών αναγκών τους και για αξιοπρεπείς συντάξεις. Και ενώ από μόνη της η επιστροφή των κλεμμένων και η αποκατάσταση της μακροχρόνιας και πολυεπίπεδης ληστρικής επιδρομής θα έκανε το σύστημα κατευθείαν «βιώσιμο», αυτοί οι κύριοι με τις γραβάτες και τα κουστούμια, που συχνάζουν σε υπουργικά γραφεία και σε γραφεία διεθνών οργανισμών, υποδεικνύουν ως «απαραίτητη και χωρίς καμία χρονική καθυστέρηση την αναδιάρθρωση του ασφαλιστικού συστήματος για τη διάσωσή του». Όμως, η περαιτέρω αύξηση των απαραίτητων χρόνων εργασίας και των ηλικιακών ορίων για συνταξιοδότηση, η μείωση των συντάξεων από τις πρόσφατες περικοπές και από τον νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών, η εξίσωση των ορίων αντρών-γυναικών για την εκπλήρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, η κατάργηση ουσιαστικά των βαρέων και ανθυγιεινών και η κατάργηση όλων σχεδόν των προϋποθέσεων για πρόωρη συνταξιοδότηση, δεν αποτελούν παρά άλλη μια κραυγαλέα όψη της επιχειρούμενης βαθύτερης λεηλασίας μας, του εντατικότερου ξεζουμίσματός μας από την εγχώρια και υπερεθνική, πολιτική και οικονομική εξουσία. Δεν είναι τίποτα διαφορετικό από ένα ακόμα σαφές δείγμα της κρατικής-καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της περαιτέρω υποτίμησης της ζωής και της αξιοπρέπειας μας την οποία μεθοδεύει. Αυτό είναι, άλλωστε, η «ελεύθερη αγορά» και ο «ελεύθερος ανταγωνισμός»: η χωρίς περιορισμούς επίθεση στους «από κάτω».
Το ερώτημα, λοιπόν, έχει ήδη μεταφερθεί στο δικό μας στρατόπεδο, στο στρατόπεδο των εκμεταλλευόμενων: αφού αυτές είναι οι δικές τους επιδιώξεις, ποια θα είναι η δική μας στάση και οι δικές μας απαντήσεις; Ο προσανατολισμός έχει ήδη δοθεί από ένα σύνθημα που ακούγεται διαρκώς στις απεργιακές διαδηλώσεις του τελευταίου διαστήματος: «ΓΚΡΕΜΙΖΟΥΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΑΙΩΝΑ / ΟΛΟΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ, ΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: