Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Παρασκευές στο Ρεσάλτο - Φλεβάρης 2018 (και συλλογική κουζίνα Κυριακή 25.2)

]




* Παρασκευή 02.02 - 20.30

Παρουσίαση της μπροσούρας της Έμιλυ Μάρτιν: " Το σώμα ως έθνος-κράτος" από την ομάδα βιβλιοθηκης στην κατάληψη κτήματος Πραποπούλου.

Συζήτηση: " Η βιολογία δεν είναι τα σώματα μας. Είναι ο (κυρίαρχος) λόγος για τα σώματα μας [....]. Η επιστήμη δεν είναι μια ουδέτερη περιγραφή της αλήθειας αλλά μια κατασκευή λόγων και πρακτικών που αναπαράγουν, σε μεγάλο βαθμό και συγκαλυμμένα, τις κυρίαρχες σχέσεις και δομές καταπίεσης και ιεραρχίας''(από τον πρόλογο της μπροσούρας)



*Παρασκευή 09.02 - 20.30

Άσυλο, "τρέλα" και κοινωνικός έλεγχος:
Ο ρόλος των ψυχιατρικών δομών και της επιστήμης στη διαχείριση των "παρεκκλίσεων".

εισήγηση από την κατάληψη Παπουτσάδικο 



*Κυριακή 25.02 - 13.00

Συλλογική κουζίνα

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Σάββατο 3/2: Μοτοπορεία σε περιοχές της δυτικής Αθήνας και του Πειραιά ενάντια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και για την αλληλεγγύη στις καταλήψεις



Το πρωί του Σαββάτου 3/2 πραγματοποιήθηκε μοτοπορεία ενάντια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και για την αλληλεγγύη στις καταλήψεις με 35 μηχανάκια από συλλογικότητες των περιοχών της δυτικής Αθήνας και του Πειραιά.
Η μοτοπορεία ξεκίνησε από την πλατεία των Αγίων Αναργύρων και διέσχισε τους Αγ. Ανάργυρους, το Ίλιον, το Περιστέρι, το Αιγάλεω, τον Κορυδαλλό, τη Νίκαια και το Κερατσίνι, καταλήγοντας στην πλατεία Λαού, με συνθήματα και δεκάδες χιλιάδες τρικάκια.
Στην αρχή και στο τέλος της διαδρομής κρεμάστηκαν πανό, γράφτηκαν συνθήματα και μοιράστηκε κείμενο κάποιων από τις συλλογικότητες που διοργάνωσαν την μοτοπορεία.





ΚΑΝΕΝΑ ΕΘΝΟΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ – ΚΑΝΕΝΑ ΟΝΟΜΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
(σχετικά με τα πρόσφατα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το «μακεδονικό»)

Ο γεωγραφικός χώρος που ονομάζεται Μακεδονία σήμερα καταλαμβάνεται από διάφορα κράτη: ως επί το πλείστον από το ελληνικό, το μακεδονικό και το βουλγαρικό, με κάποιες άκρες της να βρίσκονται στο αλβανικό και το σερβικό. Ιστορικά, η περιοχή αυτή -όπως άλλωστε και ολόκληρη η Βαλκανική χερσόνησος στην οποία εντάσσεται- χαρακτηρίζεται από μία διαχρονική και επίμεικτη συνύπαρξη ανθρώπων και κοινοτήτων, χωρίς καμία εθνοτική-φυλετική-γλωσσική-θρησκευτική «καθαρότητα». Η έλευση όμως της εποχής των εθνών-κρατών και του κεφαλαίου, από τις αρχές του 19ου αιώνα και έπειτα, έθεσε συγχρόνως την κρατική προσταγή της εθνικής ομογενοποίησης των κοινοτήτων με κάθε κόστος, προκειμένου να κατασκευαστούν και να διατηρηθούν τα έθνη με τα αντίστοιχα κράτη τους. Έτσι, κατά την περίοδο της σταδιακής εξασθένισης και διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας σήμανε μία ατέρμονη περίοδος πολέμων, ομαδικών σφαγών, εκτοπισμών ή αποκλεισμών αλλά και καταναγκαστικής ενσωμάτωσης των κατά τόπους «ανομοιογενών» πληθυσμών. Κομβική περίοδος αυτής της διαδικασίας «εθνοκάθαρσης» υπήρξαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι των ετών 1912-13, περίοδος κατά την οποία ο επεκτατισμός του ελληνικού κράτους διπλασίασε τα τότε εδάφη του κατακτώντας για πρώτη φορά ένα μέρος της Μακεδονίας μαζί με τη Θεσσαλονίκη και αυξάνοντας τον πληθυσμό του κατά 75%. Η στρατιωτική/παραστρατιωτική βία και τρομοκρατία εναντίον των κατοίκων της Μακεδονίας (π.χ. από τους περιβόητους και καθαγιασμένους σήμερα «μακεδονομάχους» της ελληνικής ιστορίας) είναι ενδεικτική, καθώς ο πληθυσμός που θα μπορούσε τότε να εκληφθεί ως «ελληνικός» έφτανε κατ’ αναλογία μόλις το 10% του συνολικού πληθυσμού. Άλλωστε, ο ελληνικός εθνικισμός -από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και την μικρασιατική εκστρατεία- πρωτοστατούσε στον αλυτρωτισμό, μέσω του κυρίαρχου ιδεολογήματος της «Μεγάλης Ιδέας» που προσέβλεπε στην εδαφική ενσωμάτωση διαφόρων «αλύτρωτων πατρίδων και αδερφών».

Έτσι, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα πιο πρόσφατα χρόνια, όλη η περιοχή της Μακεδονίας βρίσκεται στη δίνη των εθνικισμών, των πολέμων, των αλυτρωτισμών, της φυλετικής και θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, των εκάστοτε διακρατικών και πολιτικών ανταγωνισμών. Τα κράτη της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας (και ύστερα του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας) επιδόθηκαν σε μία αιμοσταγή πολιτικο-στρατιωτική θωράκιση της εθνικής τους υπόστασης και ταυτόχρονη αμφισβήτηση των γειτονικών τους εθνικισμών. Στη συνέχεια, η εγκαθίδρυση της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας έβαλε στη «συντήρηση» τα εθνικά ζητήματα χωρίς όμως επουδενί να τα ακυρώνει. Γεγονός που επιβεβαιώνεται από την εκρηκτική επιστροφή του εθνικισμού στις αρχές του ’90 όταν συντελέστηκε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας σε διάφορα μικρότερα έθνη-κράτη, μαζί με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Ο επακόλουθος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία ανέδειξε ένα εθνικιστικό ντελίριο σε όλα τα Βαλκάνια με την ισοπέδωση πολλών πόλεων και κοινοτήτων καθώς επίσης και με όλες τις απαραίτητες σφαγές και εκτοπισμούς εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι δεν «χωρούσαν» στις νέες εθνοκρατικές οριοθετήσεις. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δημιουργήθηκε ως απόρροια της -διεθνώς αναγνωρισμένης, μαζί με το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος- Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπως έγινε αντίστοιχα π.χ. με τις Δημοκρατίες της Σερβίας, της Κροατίας, της Σλοβενίας. Στο πλαίσιο αυτό, το μακεδονικό κράτος έπρεπε να στεριώσει τον δικό του εθνοκρατισμό ανάμεσα σε διάφορα άλλα κράτη, όπως το ελληνικό στα νότιά του. Ένα ελληνικό κράτος, το οποίο από θέση ισχύος -ως ο βασικότερος συστημικός πυλώνας του καπιταλισμού στα Βαλκάνια- μόνο αμέτοχο ή φιλειρηνικό δεν στάθηκε μπροστά στην λαίλαπα του πολέμου: στήριξε ενεργά τον σερβικό εθνικισμό και τον αντι-μουσουλμανισμό (με πρωτοφανείς και οργανωμένες σφαγές χιλιάδων μουσουλμάνων), ενώ αδιαπραγμάτευτα αρνήθηκε τη χρήση του ονόματος που είχε μέχρι τότε το διπλανό κράτος, συμμετείχε σε μυστικές διαβουλεύσεις για την αναδιανομή ή την προσάρτηση εδαφών της Μακεδονίας και της Αλβανίας, κήρυξε εμπάργκο απέναντι στον πληθυσμό του νεοσύστατου κράτους, οργάνωσε μία δυναμική οικονομική διείσδυση ελληνικών κεφαλαίων (τα οποία μέχρι σήμερα αυξάνονται αποτελώντας δομικό συστατικό της μακεδονικής οικονομίας), στήριξε τις ΝΑΤΟϊκές επεμβάσεις στο Κόσσοβο. Παράλληλα, στην ελληνική ενδοχώρα, όλοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί έσπευσαν να καλλιεργήσουν ένα εθνικιστικό και ρατσιστικό παραλήρημα, με βασικό σύνθημα το αλυτρωτικό: «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».

Έτσι, από το 1991 έως και σήμερα, με πρόσχημα τους όρους ύπαρξης ή ανυπαρξίας της λέξης «μακεδονία» σε μία κρατική ονομασία, τόσο ο ελληνικός όσο και ο μακεδονικός εθνικισμός διαχέονται, δηλητηριάζοντας αμοιβαία τις κοινωνίες τους με μίσος, σωβινισμό, κατάφωρες ιστορικές παραχαράξεις, θρησκοληψία και ρατσισμό. Στο όνομα λοιπόν μίας… «ονομασίας», οι δύο εθνικισμοί διαγκωνίζονται πάνω στους μύθους τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το ποιος θα επικρατήσει ως ο πιο «περήφανος» και «αυθεντικός» απόγονος του μέγα-μακελάρη Αλέξανδρου (ένας από τους μεγαλύτερους χασάπηδες-αυτοκράτορες που πραγματοποίησε μία από τις μεγαλύτερες και πιο αιματοβαμένες κατακτητικές εκστρατείες στην ιστορία), σαν να μην έχουν μεσολαβήσει εν τω μεταξύ 2.500 χρόνια αμέτρητων κοινωνικών προσμίξεων. Παράλληλα, επιχειρούν να τονώσουν στους υπηκόους τους το -ήδη ακμαίο από τα αντιμεταναστευτικά δόγματα- σύνδρομο της ξενοφοβίας καθώς και το καθεστώς φόβου και ανασφάλειας, προκειμένου να αποκομίσουν ακόμα περισσότερη υποταγή στην κρατική και καπιταλιστική εξουσία, τους θεσμούς τους, τα δόγματα και τα ιδεολογήματά τους. Επιπλέον, σμιλεύουν έναν κοινωνικό συντηρητισμό στον οποίο αφενός νομιμοποιείται εκ νέου κάθε εξουσιαστικός πυλώνας (θρησκεία, μιλιταρισμός, πατριαρχία κ.α.), αφετέρου βρίσκει το «πελατολόγιο» του κάθε επίδοξος ιδεολογικός εκφραστής, ψηφοθήρας ή έμπορος του πατριωτισμού. Τέλος, σε κάθε τέτοια ευκαιρία δεν λείπουν και τα κάθε λογής φασιστικά μορφώματα (κομματικά, παρακρατικά, κ.α.) που αναλαμβάνουν τον ρόλο της ιδεολογικής και πρακτικής εμπροσθοφυλακής της κρατικής εξουσίας και των σχεδιασμών της.

Το αιωνόβιο πια «μακεδονικό ζήτημα» έχει επιβληθεί εκ νέου στη δημόσια ατζέντα, με επίδικο αυτήν τη φορά την εισδοχή της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. (που από τις αρχές του ‘90 επιχειρούν να αφομοιώσουν ή να ελέγξουν τις περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας). Σε μία περίοδο ανάτασης των πολεμικών επιχειρήσεων (π.χ. Συρία, Τουρκία), των γεωστρατικών σχεδιασμών (π.χ. οι Α.Ο.Ζ. στη Μεσόγειο, η Μέση Ανατολή, κ.α.), των εθνικών-ρατσιστικών ιδεολογημάτων (ισλαμοφοβία, ακροδεξιός λόγος) και της συστημικής θωράκισης απέναντι σε «επικίνδυνες μεταβλητές» ή «περισσευούμενους πληθυσμούς» (κοινωνικές αναταραχές, μεταναστευτικά ρεύματα κ.α.), η απρόσκοπτη συνέχιση των κρατικών-καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αποτελεί μία κρίσιμη επιδίωξη της κυριαρχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεγαλύτερη ΝΑΤΟϊκή βάση παγκοσμίως στα σύνορα Μακεδονίας-Κοσσυφοπεδίου: η πλανητική στρατιωτική-οικονομική λεηλασία εκ μέρους της ευρω-ατλαντικής συμμαχίας δεν μπορεί να βρίσκει αναχώματα από «διμερή ζητήματα». Ταυτόχρονα, η συνύπαρξη δύο σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων και στα δύο «αντιμαχόμενα» κράτη διαμορφώνει τη δυνατότητα μίας καθόλα εθνοκεντρικής μεν, συστημικά ομαλής δε, διευθέτησης του «μακεδονικού ζητήματος». Κάτι που αποδεικνύει ότι οι αριστερές κυβερνήσεις όχι μόνο δεν στέκονται ενάντια στους εθνικισμούς αλλά αποτελούν έναν απαραίτητο και εκσυγχρονιστικό εκφραστή τους.

Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό κράτος (και το εγχώριο κεφάλαιο) αποσκοπεί στη διατήρηση της ηγεμονικής του θέσης μεταξύ των βαλκανικών κρατών, σε μία γενικότερη «πολυεπίπεδη» στρατηγική: προβάλει την πολιτική και συνοριακή σταθερότητα, τη διαχείριση του μεταναστευτικού, αναδιατάσσει τις συμμαχίες του στη βάση της real politic (π.χ. ελληνοϊσραηλινή συμμαχία), διαγκωνίζεται (ειδικά με το τούρκικο κράτος) για τις ΑΟΖ, διαπραγματεύεται αγωγούς ενέργειας, αναπτύσσεται ως βασικός ευρωπαϊκός κόμβος διαχείρισης εμπορευμάτων, ενισχύει την τουριστική της βιομηχανία, επεκτείνει τις νατοϊκές «βάσεις του θανάτου». Απαραίτητο συμπλήρωμα της εθνοκρατικής αυτής στρατηγικής είναι η εξεύρεση μίας συμβιβαστικής λύσης για το «μακεδονικό», η οποία να διαχειριστεί το ριζωμένο ιδεολόγημα της «μίας και ελληνικής Μακεδονίας». Παράλληλα, εν μέσω της βαθιάς ταξικής λεηλασίας ελέω «κρίσης» (με υψηλή ανεργία, εντεινόμενη φοροεπιδρομή, αθρόες κατασχέσεις, ελαστικότερη κακοπληρωμένη εργασία), της επίτασης των κοινωνικών/ταξικών αποκλεισμών, της επιτήρησης και του εγκλεισμού (π.χ. με την «αναδιάρθρωση» των Μ.Μ.Μ. ή τον νέο σωφρονιστικό κώδικα), της θανατο-πολιτικής ενάντια σε πρόσφυγες/μετανάστες (με στρατόπεδα συγκέντρωσης, κέντρα κράτησης-κολαστήρια, απελάσεις), μία εθνικιστική ατζέντα έχει όπως πάντα θετική επίδραση για την εξουσία, ενάντια σε οποιαδήποτε κοινωνική διεργασία αντίστασης, ανυπακοής και αλληλεγγύης. Από τα αριστερά του συστήματος έως την άκρα δεξιά, από τον «απλό πατριώτη» μέχρι με τους πιο ακραίους εθνικιστές, η βάση της συζήτησης είναι μία: η πατριδολαγνεία, η εθνική ολοκλήρωση, η υποταγή σε ιεραρχικούς θεσμούς εξουσίας (κρατικούς, κομματικούς, στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς) και η διασφάλιση της κρατικής μηχανής ενάντια στους «από κάτω» και ενάντια σε οποιαδήποτε χειραφετημένη κίνηση πέρα από τους επίπλαστους διαχωρισμούς του έθνους, της φυλής, του φύλου, της θρησκείας.

Τα εθνικιστικά συλλαλητήρια των τελευταίων ημερών δεν αποσκοπούν σε τίποτα άλλο παρά στην ανάταση και τη συστράτευση του εθνικού κορμού στο πλάι του ελληνικού κράτους, για την ενίσχυση των διαπραγματεύσεων σε ένα εκ των πραγμάτων ξεπερασμένο διακύβευμα «ονοματοδοσίας» από τα κράτη και το κεφάλαιο (ήδη, 140 κράτη από τα περίπου 200 παγκοσμίως αποκαλούν την «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως έχει, ενώ το «ελληνικό» κεφάλαιο είναι από τα πλέον ενεργά και εδραιωμένα στο συγκεκριμένο κράτος με επενδύσεις άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ). Γι’ αυτό και στη θέση της «υπεύθυνης διακριτικότητας» του επίσημου στρατού και της εκκλησίας, έχει καθίσει ένας θεσμικός βόθρος που ενεργεί καθ’ υπόδειξή τους: επίτιμοι και απόστρατοι καραβανάδες που ζητωκραυγάζουν τον μιλιταρισμό τους, ένα παπαδαριό που επιβεβαιώνει τον σκοταδισμό των θρησκειών, ένα φολκλορικό τσίρκο «πολιτιστικών» συλλόγων που επιδεικνύει την παραδοσιακή πνευματική ένδεια των εθνικοφρόνων και φυσικά κάθε λογής παρακρατικές γκρούπες που βρίσκουν την ευκαιρία να ξεράσουν τον θρασύδειλο φασισμό τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το εθνικιστικό συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη στις 21/01 συνοδεύτηκε από διαδοχικές φασιστικές επιθέσεις (με την πλήρη κάλυψη της αριστερής αστυνομίας των ημερών) σε καταλήψεις, όπως αυτή στον ΕΚΧ Σχολείο (η οποία αποκρούστηκε από καταληψίες και αλληλέγγυους/ες) και όπως η διπλή φασιστική επίθεση στην Κατάληψη Libertatia, η οποία πυρπολήθηκε ολοσχερώς με σαφείς δολοφονικές προθέσεις. Ενώ, την επόμενη ημέρα στις 22/01, η κρατική καταστολή πήρε τη σκυτάλη χτυπώντας την αντανακλαστική πορεία αλληλεγγύης 1500 ατόμων που καλέστηκε στη Θεσσαλονίκη, με 5 συλληφθέντες διαδηλωτές στους οποίους ασκήθηκαν κακουργηματικές διώξεις.

Τα έθνη και οι εθνικισμοί, οι μύθοι και τα σύμβολά τους, είναι και θα παραμείνουν ιδεολογικές αυταπάτες που καλούν τους καταπιεσμένους να ενωθούν με τους καταπιεστές τους. Η ιστορία και τα εγκλήματά τους παγκοσμίως υποδηλώνουν τόσο τα ίδια τα συστατικά τους όσο και το μέλλον που υπόσχονται: πόλεμος, ξεριζωμός, εξόντωση και αποκλεισμός των «από κάτω» εντός και εκτός μίας εθνικής επικρατείας, προς όφελος κράτους και αφεντικών. Ενάντια στα εθνικά ιδεώδη και κάθε άλλο ιδεολόγημα της κυριαρχίας, προτάσσουμε τους κοινωνικούς/ταξικούς αγώνες των «από κάτω» ενάντια στην εξουσιαστική βαρβαρότητα των κρατών, των εθνών, του καπιταλισμού, των θρησκειών, των στρατών. Για ένα ανεξούσιο κόσμο ελευθερίας, αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης χωρίς σύνορα, κράτη, αφεντικά και επίπλαστους διαχωρισμούς.

ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ – ΤΟΥΡΚΙΑ – ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΧΑΡΑΚΙΕΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ LIBERTATIA ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

Ρεσάλτο (Κερατσίνι), Συνέλευσης της Πλατείας Κερατσινίου-Δραπετσώνας, Κατάληψη Σινιάλο (Αιγάλεω), Θερσίτης (Ίλιον), Κατάληψη Αγρός (Πάρκο Τρίτση), Αναρχικές/οι από τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και τον Πειραιά, Πρωτοβουλία για την Ολική Άρνηση Στράτευσης (Αθήνα)

Για να κατεβάσετε το κείμενο σε μορφή pdf, πατήστε εδώ.

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Κανένα έθνος δεν μας ενώνει - Κανένα όνομα δεν μας χωρίζει (Διασυλλογικό κείμενο σχετικά με τα πρόσφατα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το "μακεδονικό")


Για να κατεβάσετε το κείμενο σε μορφή pdf, πατήστε εδώ.





ΚΑΝΕΝΑ ΕΘΝΟΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ – ΚΑΝΕΝΑ ΟΝΟΜΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
(σχετικά με τα πρόσφατα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το «μακεδονικό»)

Ο γεωγραφικός χώρος που ονομάζεται Μακεδονία σήμερα καταλαμβάνεται από διάφορα κράτη: ως επί το πλείστον από το ελληνικό, το μακεδονικό και το βουλγαρικό, με κάποιες άκρες της να βρίσκονται στο αλβανικό και το σερβικό. Ιστορικά, η περιοχή αυτή -όπως άλλωστε και ολόκληρη η Βαλκανική χερσόνησος στην οποία εντάσσεται- χαρακτηρίζεται από μία διαχρονική και επίμεικτη συνύπαρξη ανθρώπων και κοινοτήτων, χωρίς καμία εθνοτική-φυλετική-γλωσσική-θρησκευτική «καθαρότητα». Η έλευση όμως της εποχής των εθνών-κρατών και του κεφαλαίου, από τις αρχές του 19ου αιώνα και έπειτα, έθεσε συγχρόνως την κρατική προσταγή της εθνικής ομογενοποίησης των κοινοτήτων με κάθε κόστος, προκειμένου να κατασκευαστούν και να διατηρηθούν τα έθνη με τα αντίστοιχα κράτη τους. Έτσι, κατά την περίοδο της σταδιακής εξασθένισης και διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας σήμανε μία ατέρμονη περίοδος πολέμων, ομαδικών σφαγών, εκτοπισμών ή αποκλεισμών αλλά και καταναγκαστικής ενσωμάτωσης των κατά τόπους «ανομοιογενών» πληθυσμών. Κομβική περίοδος αυτής της διαδικασίας «εθνοκάθαρσης» υπήρξαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι των ετών 1912-13, περίοδος κατά την οποία ο επεκτατισμός του ελληνικού κράτους διπλασίασε τα τότε εδάφη του κατακτώντας για πρώτη φορά ένα μέρος της Μακεδονίας μαζί με τη Θεσσαλονίκη και αυξάνοντας τον πληθυσμό του κατά 75%. Η στρατιωτική/παραστρατιωτική βία και τρομοκρατία εναντίον των κατοίκων της Μακεδονίας (π.χ. από τους περιβόητους και καθαγιασμένους σήμερα «μακεδονομάχους» της ελληνικής ιστορίας) είναι ενδεικτική, καθώς ο πληθυσμός που θα μπορούσε τότε να εκληφθεί ως «ελληνικός» έφτανε κατ’ αναλογία μόλις το 10% του συνολικού πληθυσμού. Άλλωστε, ο ελληνικός εθνικισμός -από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και την μικρασιατική εκστρατεία- πρωτοστατούσε στον αλυτρωτισμό, μέσω του κυρίαρχου ιδεολογήματος της «Μεγάλης Ιδέας» που προσέβλεπε στην εδαφική ενσωμάτωση διαφόρων «αλύτρωτων πατρίδων και αδερφών».

Έτσι, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα πιο πρόσφατα χρόνια, όλη η περιοχή της Μακεδονίας βρίσκεται στη δίνη των εθνικισμών, των πολέμων, των αλυτρωτισμών, της φυλετικής και θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, των εκάστοτε διακρατικών και πολιτικών ανταγωνισμών. Τα κράτη της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας (και ύστερα του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας) επιδόθηκαν σε μία αιμοσταγή πολιτικο-στρατιωτική θωράκιση της εθνικής τους υπόστασης και ταυτόχρονη αμφισβήτηση των γειτονικών τους εθνικισμών. Στη συνέχεια, η εγκαθίδρυση της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας έβαλε στη «συντήρηση» τα εθνικά ζητήματα χωρίς όμως επουδενί να τα ακυρώνει. Γεγονός που επιβεβαιώνεται από την εκρηκτική επιστροφή του εθνικισμού στις αρχές του ’90 όταν συντελέστηκε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας σε διάφορα μικρότερα έθνη-κράτη, μαζί με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Ο επακόλουθος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία ανέδειξε ένα εθνικιστικό ντελίριο σε όλα τα Βαλκάνια με την ισοπέδωση πολλών πόλεων και κοινοτήτων καθώς επίσης και με όλες τις απαραίτητες σφαγές και εκτοπισμούς εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι δεν «χωρούσαν» στις νέες εθνοκρατικές οριοθετήσεις. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δημιουργήθηκε ως απόρροια της -διεθνώς αναγνωρισμένης, μαζί με το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος- Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπως έγινε αντίστοιχα π.χ. με τις Δημοκρατίες της Σερβίας, της Κροατίας, της Σλοβενίας. Στο πλαίσιο αυτό, το μακεδονικό κράτος έπρεπε να στεριώσει τον δικό του εθνοκρατισμό ανάμεσα σε διάφορα άλλα κράτη, όπως το ελληνικό στα νότιά του. Ένα ελληνικό κράτος, το οποίο από θέση ισχύος -ως ο βασικότερος συστημικός πυλώνας του καπιταλισμού στα Βαλκάνια- μόνο αμέτοχο ή φιλειρηνικό δεν στάθηκε μπροστά στην λαίλαπα του πολέμου: στήριξε ενεργά τον σερβικό εθνικισμό και τον αντι-μουσουλμανισμό (με πρωτοφανείς και οργανωμένες σφαγές χιλιάδων μουσουλμάνων), ενώ αδιαπραγμάτευτα αρνήθηκε τη χρήση του ονόματος που είχε μέχρι τότε το διπλανό κράτος, συμμετείχε σε μυστικές διαβουλεύσεις για την αναδιανομή ή την προσάρτηση εδαφών της Μακεδονίας και της Αλβανίας, κήρυξε εμπάργκο απέναντι στον πληθυσμό του νεοσύστατου κράτους, οργάνωσε μία δυναμική οικονομική διείσδυση ελληνικών κεφαλαίων (τα οποία μέχρι σήμερα αυξάνονται αποτελώντας δομικό συστατικό της μακεδονικής οικονομίας), στήριξε τις ΝΑΤΟϊκές επεμβάσεις στο Κόσσοβο. Παράλληλα, στην ελληνική ενδοχώρα, όλοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί έσπευσαν να καλλιεργήσουν ένα εθνικιστικό και ρατσιστικό παραλήρημα, με βασικό σύνθημα το αλυτρωτικό: «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».

Έτσι, από το 1991 έως και σήμερα, με πρόσχημα τους όρους ύπαρξης ή ανυπαρξίας της λέξης «μακεδονία» σε μία κρατική ονομασία, τόσο ο ελληνικός όσο και ο μακεδονικός εθνικισμός διαχέονται, δηλητηριάζοντας αμοιβαία τις κοινωνίες τους με μίσος, σωβινισμό, κατάφωρες ιστορικές παραχαράξεις, θρησκοληψία και ρατσισμό. Στο όνομα λοιπόν μίας… «ονομασίας», οι δύο εθνικισμοί διαγκωνίζονται πάνω στους μύθους τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το ποιος θα επικρατήσει ως ο πιο «περήφανος» και «αυθεντικός» απόγονος του μέγα-μακελάρη Αλέξανδρου (ένας από τους μεγαλύτερους χασάπηδες-αυτοκράτορες που πραγματοποίησε μία από τις μεγαλύτερες και πιο αιματοβαμένες κατακτητικές εκστρατείες στην ιστορία), σαν να μην έχουν μεσολαβήσει εν τω μεταξύ 2.500 χρόνια αμέτρητων κοινωνικών προσμίξεων. Παράλληλα, επιχειρούν να τονώσουν στους υπηκόους τους το -ήδη ακμαίο από τα αντιμεταναστευτικά δόγματα- σύνδρομο της ξενοφοβίας καθώς και το καθεστώς φόβου και ανασφάλειας, προκειμένου να αποκομίσουν ακόμα περισσότερη υποταγή στην κρατική και καπιταλιστική εξουσία, τους θεσμούς τους, τα δόγματα και τα ιδεολογήματά τους. Επιπλέον, σμιλεύουν έναν κοινωνικό συντηρητισμό στον οποίο αφενός νομιμοποιείται εκ νέου κάθε εξουσιαστικός πυλώνας (θρησκεία, μιλιταρισμός, πατριαρχία κ.α.), αφετέρου βρίσκει το «πελατολόγιο» του κάθε επίδοξος ιδεολογικός εκφραστής, ψηφοθήρας ή έμπορος του πατριωτισμού. Τέλος, σε κάθε τέτοια ευκαιρία δεν λείπουν και τα κάθε λογής φασιστικά μορφώματα (κομματικά, παρακρατικά, κ.α.) που αναλαμβάνουν τον ρόλο της ιδεολογικής και πρακτικής εμπροσθοφυλακής της κρατικής εξουσίας και των σχεδιασμών της.

Το αιωνόβιο πια «μακεδονικό ζήτημα» έχει επιβληθεί εκ νέου στη δημόσια ατζέντα, με επίδικο αυτήν τη φορά την εισδοχή της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. (που από τις αρχές του ‘90 επιχειρούν να αφομοιώσουν ή να ελέγξουν τις περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας). Σε μία περίοδο ανάτασης των πολεμικών επιχειρήσεων (π.χ. Συρία, Τουρκία), των γεωστρατικών σχεδιασμών (π.χ. οι Α.Ο.Ζ. στη Μεσόγειο, η Μέση Ανατολή, κ.α.), των εθνικών-ρατσιστικών ιδεολογημάτων (ισλαμοφοβία, ακροδεξιός λόγος) και της συστημικής θωράκισης απέναντι σε «επικίνδυνες μεταβλητές» ή «περισσευούμενους πληθυσμούς» (κοινωνικές αναταραχές, μεταναστευτικά ρεύματα κ.α.), η απρόσκοπτη συνέχιση των κρατικών-καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αποτελεί μία κρίσιμη επιδίωξη της κυριαρχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεγαλύτερη ΝΑΤΟϊκή βάση παγκοσμίως στα σύνορα Μακεδονίας-Κοσσυφοπεδίου: η πλανητική στρατιωτική-οικονομική λεηλασία εκ μέρους της ευρω-ατλαντικής συμμαχίας δεν μπορεί να βρίσκει αναχώματα από «διμερή ζητήματα». Ταυτόχρονα, η συνύπαρξη δύο σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων και στα δύο «αντιμαχόμενα» κράτη διαμορφώνει τη δυνατότητα μίας καθόλα εθνοκεντρικής μεν, συστημικά ομαλής δε, διευθέτησης του «μακεδονικού ζητήματος». Κάτι που αποδεικνύει ότι οι αριστερές κυβερνήσεις όχι μόνο δεν στέκονται ενάντια στους εθνικισμούς αλλά αποτελούν έναν απαραίτητο και εκσυγχρονιστικό εκφραστή τους.

Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό κράτος (και το εγχώριο κεφάλαιο) αποσκοπεί στη διατήρηση της ηγεμονικής του θέσης μεταξύ των βαλκανικών κρατών, σε μία γενικότερη «πολυεπίπεδη» στρατηγική: προβάλει την πολιτική και συνοριακή σταθερότητα, τη διαχείριση του μεταναστευτικού, αναδιατάσσει τις συμμαχίες του στη βάση της real politic (π.χ. ελληνοϊσραηλινή συμμαχία), διαγκωνίζεται (ειδικά με το τούρκικο κράτος) για τις ΑΟΖ, διαπραγματεύεται αγωγούς ενέργειας, αναπτύσσεται ως βασικός ευρωπαϊκός κόμβος διαχείρισης εμπορευμάτων, ενισχύει την τουριστική της βιομηχανία, επεκτείνει τις νατοϊκές «βάσεις του θανάτου». Απαραίτητο συμπλήρωμα της εθνοκρατικής αυτής στρατηγικής είναι η εξεύρεση μίας συμβιβαστικής λύσης για το «μακεδονικό», η οποία να διαχειριστεί το ριζωμένο ιδεολόγημα της «μίας και ελληνικής Μακεδονίας». Παράλληλα, εν μέσω της βαθιάς ταξικής λεηλασίας ελέω «κρίσης» (με υψηλή ανεργία, εντεινόμενη φοροεπιδρομή, αθρόες κατασχέσεις, ελαστικότερη κακοπληρωμένη εργασία), της επίτασης των κοινωνικών/ταξικών αποκλεισμών, της επιτήρησης και του εγκλεισμού (π.χ. με την «αναδιάρθρωση» των Μ.Μ.Μ. ή τον νέο σωφρονιστικό κώδικα), της θανατο-πολιτικής ενάντια σε πρόσφυγες/μετανάστες (με στρατόπεδα συγκέντρωσης, κέντρα κράτησης-κολαστήρια, απελάσεις), μία εθνικιστική ατζέντα έχει όπως πάντα θετική επίδραση για την εξουσία, ενάντια σε οποιαδήποτε κοινωνική διεργασία αντίστασης, ανυπακοής και αλληλεγγύης. Από τα αριστερά του συστήματος έως την άκρα δεξιά, από τον «απλό πατριώτη» μέχρι με τους πιο ακραίους εθνικιστές, η βάση της συζήτησης είναι μία: η πατριδολαγνεία, η εθνική ολοκλήρωση, η υποταγή σε ιεραρχικούς θεσμούς εξουσίας (κρατικούς, κομματικούς, στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς) και η διασφάλιση της κρατικής μηχανής ενάντια στους «από κάτω» και ενάντια σε οποιαδήποτε χειραφετημένη κίνηση πέρα από τους επίπλαστους διαχωρισμούς του έθνους, της φυλής, του φύλου, της θρησκείας.

Τα εθνικιστικά συλλαλητήρια των τελευταίων ημερών δεν αποσκοπούν σε τίποτα άλλο παρά στην ανάταση και τη συστράτευση του εθνικού κορμού στο πλάι του ελληνικού κράτους, για την ενίσχυση των διαπραγματεύσεων σε ένα εκ των πραγμάτων ξεπερασμένο διακύβευμα «ονοματοδοσίας» από τα κράτη και το κεφάλαιο (ήδη, 140 κράτη από τα περίπου 200 παγκοσμίως αποκαλούν την «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως έχει, ενώ το «ελληνικό» κεφάλαιο είναι από τα πλέον ενεργά και εδραιωμένα στο συγκεκριμένο κράτος με επενδύσεις άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ). Γι’ αυτό και στη θέση της «υπεύθυνης διακριτικότητας» του επίσημου στρατού και της εκκλησίας, έχει καθίσει ένας θεσμικός βόθρος που ενεργεί καθ’ υπόδειξή τους: επίτιμοι και απόστρατοι καραβανάδες που ζητωκραυγάζουν τον μιλιταρισμό τους, ένα παπαδαριό που επιβεβαιώνει τον σκοταδισμό των θρησκειών, ένα φολκλορικό τσίρκο «πολιτιστικών» συλλόγων που επιδεικνύει την παραδοσιακή πνευματική ένδεια των εθνικοφρόνων και φυσικά κάθε λογής παρακρατικές γκρούπες που βρίσκουν την ευκαιρία να ξεράσουν τον θρασύδειλο φασισμό τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το εθνικιστικό συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη στις 21/01 συνοδεύτηκε από διαδοχικές φασιστικές επιθέσεις (με την πλήρη κάλυψη της αριστερής αστυνομίας των ημερών) σε καταλήψεις, όπως αυτή στον ΕΚΧ Σχολείο (η οποία αποκρούστηκε από καταληψίες και αλληλέγγυους/ες) και όπως η διπλή φασιστική επίθεση στην Κατάληψη Libertatia, η οποία πυρπολήθηκε ολοσχερώς με σαφείς δολοφονικές προθέσεις. Ενώ, την επόμενη ημέρα στις 22/01, η κρατική καταστολή πήρε τη σκυτάλη χτυπώντας την αντανακλαστική πορεία αλληλεγγύης 1500 ατόμων που καλέστηκε στη Θεσσαλονίκη, με 5 συλληφθέντες διαδηλωτές στους οποίους ασκήθηκαν κακουργηματικές διώξεις.

Τα έθνη και οι εθνικισμοί, οι μύθοι και τα σύμβολά τους, είναι και θα παραμείνουν ιδεολογικές αυταπάτες που καλούν τους καταπιεσμένους να ενωθούν με τους καταπιεστές τους. Η ιστορία και τα εγκλήματά τους παγκοσμίως υποδηλώνουν τόσο τα ίδια τα συστατικά τους όσο και το μέλλον που υπόσχονται: πόλεμος, ξεριζωμός, εξόντωση και αποκλεισμός των «από κάτω» εντός και εκτός μίας εθνικής επικρατείας, προς όφελος κράτους και αφεντικών. Ενάντια στα εθνικά ιδεώδη και κάθε άλλο ιδεολόγημα της κυριαρχίας, προτάσσουμε τους κοινωνικούς/ταξικούς αγώνες των «από κάτω» ενάντια στην εξουσιαστική βαρβαρότητα των κρατών, των εθνών, του καπιταλισμού, των θρησκειών, των στρατών. Για ένα ανεξούσιο κόσμο ελευθερίας, αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης χωρίς σύνορα, κράτη, αφεντικά και επίπλαστους διαχωρισμούς.


ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ – ΤΟΥΡΚΙΑ – ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΧΑΡΑΚΙΕΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ LIBERTATIA ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ


Ρεσάλτο (Κερατσίνι), Συνέλευσης της Πλατείας Κερατσινίου-Δραπετσώνας, Κατάληψη Σινιάλο (Αιγάλεω), Θερσίτης (Ίλιον), Κατάληψη Αγρός (Πάρκο Τρίτση), Αναρχικές/οί από τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και τον Πειραιά, Πρωτοβουλία για την Ολική Άρνηση Στράτευσης (Αθήνα)

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Ενημέρωση από τις συντονισμένες παρεμβάσεις για τις Ελεύθερες Μετακινήσεις στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, το Σάββατο 27/1





To πρωί του Σαββάτου 27/1, από τις 12.00 μέχρι τις 13.00, πραγματοποιήθηκαν τρεις (3) ταυτόχρονες συντονισμένες παρεμβάσεις στους σταθμούς μετρό ΦΙΞ, ΔΑΦΝΗΣ, ΑΓ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, για τις ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ενάντια στις μπάρες και το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα συστήματα ελέγχου και αποκλεισμών. Σε κάθε παρέμβαση συμμετείχαν δεκάδες συντρόφισσες και σύντροφοι, μπλοκαρίστηκαν τα μηχανήματα ηλεκτρονικής επικύρωσης των εισιτηρίων, διασφαλίστηκε η ελεύθερη και χωρίς αντίτιμο είσοδος των επιβατών στις αποβάθρες, ανοίχτηκαν πανό, πετάχτηκαν τρικάκια, κολλήθηκαν αυτοκόλλητα, διαβάστηκαν ανακοινώσεις και μοιράστηκαν χιλιάδες κείμενα.

Η παρέμβαση στον Αγ. Αντώνιο, ξεκίνησε μία ώρα νωρίτερα, στις 11.00πμ, με συγκέντρωση στο μετρό Ανθούπολης και διάσχιση του κέντρου του Περιστερίου (Θηβών, πεζόδρομος Εθνικής Αντιστάσεως, πλατεία Δημοκρατίας-Δημαρχείο & στάση μετρό Περιστερίου, Παναγή Τσαλδάρη, μετρό Αγίου Αντωνίου) με μοίρασμα κειμένων και συνθήματα. Στην παρέμβαση συμμετείχαμε περίπου 60 συντρόφισσες και σύντροφοι από τις συλλογικότητες: Θερσίτης (Ίλιον), κατάληψη Αγρός (πάρκο Τρίτση), Ανοιχτή Λαϊκή Συνέλευση Περιστερίου, κατάληψη Παπουτσάδικο (Χαϊδάρι), κατάληψη Σινιάλο (Αιγάλεω), Πάροδος (Νίκαια), Ρεσάλτο (Κερατσίνι), Συνέλευση της Πλατείας Κερατσινίου-Δραπετσώνας.

Ο ενιαίος χαρακτήρας των τριών συντονισμένων παρεμβάσεων αναδείχτηκε μέσα από ένα κοινό λογότυπο που υπήρχε σε κείμενα, πανό, τρικάκια, των συνελεύσεων γειτονιάς, στεκιών, καταλήψεων και αναρχικών ομάδων από Αθήνα και Πειραιά που συμμετείχαν στις παρεμβάσεις.

Ακολουθεί το κοινό κείμενο της Συνέλευσης της Πλατείας Κερατσινίου-Δραπετσώνας και του αυτοοργανωμένου χώρου αλληλεγγύης και ρήξης ΡΕΣΑΛΤΟ και φωτογραφίες από την παρέμβαση στο μετρό Αγ. Αντωνίο

 Το κείμενο και σε μορφή pdf εδώ

 






 


Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Κανένα έθνος δεν μας ενώνει - Κανένα όνομα δεν μας χωρίζει

Ακολουθούν 2 αναδημοσιεύσεις ανταγωνιστικού λόγου για το "μακεδονικό ζήτημα" από ένα σχετικά πρόσφατο παρελθόν, ενάντια στους εθνικισμούς και σε κάθε άλλη κυριαρχική ιδεολογία. Για έναν κόσμο αλληλεγγύης χωρίς εξουσία, έθνη, κράτη, σύνορα και επίπλαστους διαχωρισμούς.



Σημειώσεις πάνω στο μακεδονικό ζήτημα
 
Ο γεωγραφικός χώρος που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Μακεδονία αφορούσε μια περιοχή που σήμερα καταλαμβάνεται από το κράτος της πρώην γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας της μακεδονίας, το βουλγάρικο κράτος (στα δυτικά σύνορα του) και το ελληνικό κράτος (στα βόρεια σύνορα του, τμήμα που ενσωμάτωσε με τη λήξη των βαλκανικών πολέμων στη συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913). 
 
Επίσης, οι μακεδόνες δεν ήταν κομμάτι του προσδιοριζόμενου ως «ελληνικού κόσμου» στην αρχαιότητα, γι’ αυτό και πριν ο μακελάρης Αλέξανδρος ξεκινήσει τη μεγάλη κατακτητική του εκστρατεία στην Ασία ήταν απαραίτητο να καταλάβει στρατιωτικά τη Θήβα και την Αθήνα για να μην δεχτεί επίθεση το βασίλειο του από τα νότια. Από την άλλη, τα σλαβικά φύλα, στα οποία ανήκει μεγάλο μέρος του σημερινού πληθυσμού του μακεδονικού κράτους, εμφανίστηκαν στην περιοχή των Βαλκανίων τον 6ο αιώνα μ.Χ. Γι’ αυτό, οποιαδήποτε γεωγραφική ή εθνολογική διεκδίκηση «πατρότητας» της μακεδονίας στις μέρες μας είτε από το ελληνικό είτε από το μακεδονικό κράτος είναι απλώς αστεία και ανεδαφική.
 
Η διαδικασία συρρίκνωσης-διάλυσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 19ου μέχρι και το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα (με κομβικό τον ρόλο των δυτικοευρωπαϊκών «μεγάλων δυνάμεων») και η παράλληλη δημιουργία εθνικών κρατών στα Βαλκάνια (με διαρκείς ανακατατάξεις συνόρων μέσω πολέμων και συνθηκών μέχρι και το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου) βρέθηκε αντιμέτωπη με πληθυσμούς απόλυτα μπασταρδεμένους, χωρίς καμία «εθνοτική καθαρότητα» (η συμβίωση τους εξάλλου δε χρειαζόταν τέτοιου είδους κριτήρια).
 
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι εθνικοί μύθοι που κατασκεύασε κάθε βαλκανικό κράτος στην προσπάθεια εθνικής ομογενοποίησης του πληθυσμού του ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί (διαδικασία που περιλάμβανε εξίσου σειρά γενοκτονιών, εκτοπισμών, αποκλεισμών και βίαιων ενσωματώσεων). Γι’ αυτό κι ο όρος «βαλκανοποίηση» χρησιμοποιείται διεθνώς μέχρι και τις μέρες μας για να περιγράψει την πλέον εξόφθαλμη διαδικασία συνοριακού τεμαχισμού περιοχών και κατασκευής εθνικών ταυτοτήτων των διαμοιραζόμενων πληθυσμών.
 
Απτή απόδειξη αποτελεί η μακεδονίτικη γλώσσα (την ύπαρξη της οποίας το ελληνικό κράτος δεν αναγνωρίζει, παρότι μιλιέται ακόμα σε αρκετά χωριά της βόρειας ελλάδας), που είναι ένα κράμα από σλάβικα (κυρίως) με ελληνικά και τούρκικα.
 
Ερχόμενοι στα τέλη της δεκαετίας του ́80 με αρχές της δεκαετίας του ́90, η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ κυριαρχίας (υπαρκτός σοσιαλισμός) κι ο διαμελισμός του γιουγκοσλαβικού κράτους (αποτέλεσμα εθνικιστικών λογικών επιδιώξεων, που υποδαυλίστηκαν από την ΕΕ και τις ΗΠΑ προς όφελος των δικών τους συμφερόντων), οδήγησαν στη δημιουργία ενός μικρού κρατιδίου στα βόρεια του ελληνικού κράτους, το οποίο επιδίωξε να διατηρήσει το όνομα που είχε σε όλη την μεταπολεμική περίοδο ως τμήμα της ομόσπονδης γιουγκοσλαβίας: «δημοκρατία της μακεδονίας».
 
Η επιδίωξη αυτή ξεσήκωσε εθνικό σάλαγο σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια: συμφωνία των κοινοβουλευτικών κομμάτων για αδιαπραγμάτευτη άρνηση στη χρήση του όρου μακεδονία και κάθε παράγωγού της από το νεοσύστατο κράτος, εθνικιστικά συλλαλητήρια με υποχρεωτική κάθοδο των σχολείων, μέχρι και εμπάργκο το 1994. Η οργανωμένη διάχυση της εθνικιστικής πανούκλας από τις συνασπισμένες δυνάμεις των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους (κόμματα, ΜΜΕ, εκκλησία, καλλιτέχνες, «άνθρωποι του πνεύματος») δεν ήταν τυχαία. Η μετατροπή των Βαλκανίων (όπως και της ανατολικής Ευρώπης) σε μια νέα -και πολλά υποσχόμενη- καπιταλιστική περιφέρεια προς λεηλασία, πριμοδότησε τις επεκτατικές βλέψεις του ισχυρότερου (οικονομικά) και σταθερότερου (πολιτικά) παράγοντα της νοτιοανατολικής Ευρώπης, του ελληνικού κράτους και κεφαλαίου: οικονομική διείσδυση, πολιτική επιρροή, στρατιωτική παρουσία, βλέψεις ενσωμάτωσης των νότιων εδαφών του αλβανικού και μακεδονικού κράτους (τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ́90). Και για τα μετόπισθεν: απαιτούμενος μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας σε εθνικιστική και ρατσιστική κατεύθυνση, για την αφομοίωση του «οράματος» της «μεγάλης και ισχυρής Ελλάδας» και τη δουλοκτητική «υποδοχή» των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών από τις βαλκανικές και ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.
 
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ανάδειξη του ελληνικού κρατικο-καπιταλιστικού σχηματισμού σε ηγεμονική δύναμη της νοτιοανατολικής Ευρώπης επιτεύχθηκε, και η ψωροκώσταινα του παρελθόντος μετατράπηκε σε μια μικρή αμερική των Βαλκανίων. Μόνο στο μακεδονικό κράτος δραστηριοποιούνται (το 2008 που γράφτηκε το άρθρο) 251 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων εκμεταλλευόμενες 20.000 περίπου εργαζόμενους. Τα Ελληνικά Πετρέλαια ΑΕ, η Ε.Τ.Ε. κι ο ΟΤΕ κατέχουν πλειοψηφικά πακέτα μετοχών και ελέγχουν τους τομείς της ενέργειας, του τραπεζικού συστήματος και των τηλεπικοινωνιών. Από τις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι ελληνικές κατέχουν το 70%. Ενώ στις εισαγωγές ξένων προϊόντων τα ελληνικά κατέχουν τη δεύτερη θέση.
 
Έτσι στις μέρες μας, με την επαναφορά του ζητήματος της ονομασίας, ενόψει της ένταξης του μακεδονικού κράτους στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, δεν είναι τυχαίο ότι δεν απαιτούνται ξεπερασμένοι μοχλοί πίεσης, όπως τα εθνικιστικά συλλαλητήρια του παρελθόντος, παρά προβάλλεται η «πυγμή κι η σταθερότητα των ελληνικών θέσεων». Δεδομένου και του έντονου αμερικάνικου ενδιαφέροντος (όπως και πολλών κρατών της ΕΕ) για λήξη της εκκρεμότητας, η ελληνική εξωτερική πολιτική επιδιώκει μια συμβιβαστική λύση τέτοια, που, από τη μία, θα επιβεβαιώσει την αδιαμφισβήτητη ηγεμονική θέση του ελληνικού κράτους και κεφαλαίου στην περιοχή των Βαλκανίων κι από την άλλη, δεν θα κλονίσει το ριζωμένο σε πολλά μυαλά υπηκόων σύνθημα «η μακεδονία είναι μια και είναι ελληνική» (το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον τη δεκαετία του ́90 αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς βέβαια να κατατεθεί ποτέ από την ελληνική διπλωματία σε διεθνείς οργανισμούς: ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ κλπ).
 
Κι αυτό είναι το πλέον δυστυχές στην όλη ιστορία: η επίδραση της εθνικιστικής προπαγάνδας στη συνείδηση των καταπιεσμένων και η συστράτευση με τους καταπιεστές τους. Και κυρίως εδώ, στα Βαλκάνια του πιο γλυκού μπασταρδέματος των ανθρώπων και των κοινοτήτων τους για αιώνες, που τροφοδότησε στις αρχές του 19ου αιώνα το όραμα πολλών φλογερών επαναστατών για βαλκανική ομοσπονδία των λαών ενάντια στις αυτοκρατορίες της εποχής και τις τοπικές δεσποτείες.
 
Ωστόσο, κανένα εθνικό σύμβολο όσο ψηλά κι αν υψωθεί, καμιά εθνικιστική ιαχή όσο δυνατά κι αν κραυγάσει δεν μπορεί να αποκρύψει την πλαστότητα των εθνικών διαχωρισμών, τα εγκλήματα των εθνικισμών. Δεν αναγνωρίζουμε καμιά πατρίδα και καμιά ιδεολογία που οργανώνεται γύρω από αυτήν, γιατί πατρίδα μας είναι ολόκληρη η γη, γιατί τα σύνορα είναι ματωμένες χαρακιές στο σώμα του πλανήτη.

 
 
Έντυπη δίγλωσση έκδοση του 2012 από μια πρωτοβουλία συντρόφων από τις πόλεις των Σκοπίων και της Θεσσαλονίκης, ενάντια στους εθνικισμούς και τους εθνικούς μύθους.

Αυτό θέλουμε να το πετύχουμε επικοινωνώντας μία οπτική γωνία που πηγάζει από τα καθημερινά μας βιώματα στις χώρες όπου ζούμε και από τις εμπειρίες της συμμετοχής μας στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού.
Τον τελευταίο καιρό μεθοδεύσαμε, όσο μπορούσαμε, μία συζήτηση που αφορά σε μία πολιτική ανάγνωση της ιστορίας, στην χρήση των εθνικών συμβόλων και στην εμβάθυνση σε θεωρητικά ζητήματα του νοήματος της έννοιας «έθνος» και του ρόλου των εθνών-κρατών στα πλαίσια της καπιταλιστικής κρίσης των ημερών μας.
Διαλέξαμε την λέξη «Αϊντε» γιατί είναι μία κοινή λέξη στον βαλκανικό χώρο. Για εμάς «Αϊντε» σημαίνει προτροπή: να προωθήσουμε τον αντιεθνικισμό και τον ταξικό αγώνα. Εδώ, δίπλα και παντού. Για ένα κόσμο χωρίς σύνορα, εξουσία και εκμετάλλευση.
(από τον πρόλογο του βιβλίου)