Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Ο σωφρονισμός του σωφρονισμού




Σωφρονιστικός κώδικας ή κώδικας του σωφρονιστικού συστήματος. Σωφρονίζω σημαίνει «βελτιώνω τη διαγωγή ατόμου που έχει υποπέσει σε παράπτωμα ή αδίκημα με τα κατάλληλα μέσα, κυρίως με ποινές». Σωφρονισμός θα λέγαμε πως είναι η ιδεολογία που κανονικοποιεί, συστηματικοποιεί, εξελίσσει και επιβάλλει τη φιλοσοφία του «σωφρονίζω». Θεωρητικό παιχνίδι, θα μπορούσε να πει κάποιος, με εξουσιαστικές έννοιες και λέξεις. Δεν είναι όμως έτσι.
Η φιλοσοφία του Νόμου έχει τη δυνατότητα να μη σταματά ποτέ και πουθενά. Ο Νόμος είναι το εξουσιαστικό ρυθμιστικό πλαίσιο κοινωνικής συνύπαρξης. Ο Νόμος είναι ο ορισμός της κανονικότητας, του επιτρεπόμενου, της παράβασης, της παρέκκλισης, της τιμωρίας. Ο Νόμος είναι η αποτύπωση, θέσμιση και αναπαραγωγή των εξουσιαστικών και εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, των κοινωνικών διαιρέσεων, ιεραρχιών και προνομίων. Ο Νόμος είναι το συντακτικό της κυριαρχίας και "σκληραίνει" ή "μαλακώνει", στενεύει ή διευρύνεται για να καταστείλει ή να αφομοιώσει, επιδιώκοντας διαρκώς να ενσωματώνει σε μια νέα "ισορροπία" τις κοινωνικές-ταξικές συγκρούσεις και τους "συσχετισμούς δύναμης" αλλά και τους ενδοκυριαρχικούς ανταγωνισμούς. Η διαχείριση των ανθρώπινων υποθέσεων από το Νόμο έχει επιβληθεί ως η "μόνη λύση", ως ο μόνος τρόπος. Σε προέκταση, ο σωφρονισμός είναι ένα από τα κύρια μέσα εγκαθίδρυσής του Νόμου στις ανθρώπινες συνειδήσεις. Το ότι κάποιος άνθρωπος «τελεί ένα παράπτωμα» ή ένα «αδίκημα», κατόπιν τιμωρείται με κάποια ποινή ή κάποιο χρηματικό πρόστιμο και ίσως εγκλείεται σε μία φυλακή με απώτερο στόχο να «βελτιώσει τη διαγωγή του», φαίνεται πλέον κατά κάποιο τρόπο «λογικό» και «αυτονόητο» παρά το γεγονός ότι η ιστορία του εγκλεισμού και ακόμα περισσότερο του «σωφρονισμού» δεν έχει περισσότερο από δυόμιση αιώνες ζωής. Οι ανθρώπινες κοινότητες και κοινωνίες καλούνται να αποδεχτούν ως ρυθμιστική αρχή το Νόμο, να συμμορφώνονται με αυτόν και να θεωρούν αυτονόητη την τιμωρία και τον "σωφρονισμό" των παραβατών του, στο πλαίσιο του φιλελεύθερου μύθου περί “ισότητας απέναντι στο Νόμο”, παρότι δεν είναι τίποτε άλλο από το θεσμικό πλαίσιο που εδραιώνει, διασφαλίζει και διαιωνίζει κάθε κοινωνική ανισότητα. 
Ο Νόμος άπαξ και εγκαθιδρυθεί ως «λογικό» στην κοινωνική συνείδηση μπορεί να απλωθεί παντού, σε κάθε πτυχή της ζωής. Έτσι δεν αρκεί το γεγονός ότι κάποιος κάνει ένα παράπτωμα, καταστέλλεται από την αστυνομία, τιμωρείται από το δικαστικό σύστημα και τελικά φυλακίζεται. Μέσα στις φυλακές οι άνθρωποι δεν χάνουν μόνο την ελευθερία τους και την ελευθερία των επιλογών και δυνατοτήτων τους ούτε μόνο απομακρύνονται βιαίως, δακτυλοδεικτούμενοι από τις κοινωνίες που ζούσαν, ως «μαύρα πρόβατα». Στις φυλακές οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται -τι τραγική ειρωνεία- ως μέλη μίας νέας κοινότητας που «απλώς» διαθέτει τείχη, συρματοπλέγματα, κάγκελα, φρουρούς και χρονοδιαγράμματα φαγητού, προαυλισμού, ύπνου, επισκεπτηρίων. Γι’ αυτό και ο Νόμος μαζί με όλο το θεσμικό πλέγμα της βιομηχανίας του εγκλεισμού και το αστυνομο-δικαστικό σύμπλεγμα, εισέρχονται μέσα από τα συρματοπλέγματα και γίνονται κι εκεί οι διαχειριστές -κι όταν απαιτείται, οι τιμωροί- των έγκλειστων ανθρώπινων υποθέσεων. Ο σωφρονιστικός κώδικας δεν είναι παρά ο σωφρονισμός του σωφρονισμού. 
Ο "σωφρονισμός" αποτέλεσε για πολύ καιρό συστημική επιδίωξη πάνω στην τιμωρητική πρακτική, την ποινή του εγκλεισμού. Αφορά στην εξουσιαστική οπτική συμμόρφωσης του υποκειμένου στις κυρίαρχες αξίες, ιδέες και συμπεριφορές από τις δομές εγκλεισμού (για τους παραβάτες οι φυλακές, για τους παρεκκλίνοντες τα ψυχιατρεία) και η επιστροφή-επανένταξή του στην κοινωνία, σωφρονισμένου πλέον. Ως θεώρηση, πρακτική και επιδίωξη όμως, ο σωφρονισμός εγκαταλείπεται συστημικά τις τελευταίες δεκαετίες, μέσα από νεοφιλελεύθερες θεωρήσεις "διαχείρισης" πλέον όσων αποκλίνουν από το Νόμο ή την Κανονικότητα υποκειμένων. Το νέο κυριαρχικό υπόδειγμα είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι τόποι εξαίρεσης και εκτοπισμού. Οι φυλακές (όπως και τα άσυλα) γίνονται ξεκάθαρα τόποι τιμωρητικού αποκλεισμού, ανακύκλωσης των κρατουμένων, χωματερές απόβλητων στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, οι οποίοι έχουν δυνατότητες εξόδου μόνο εφόσον υποταχθούν και πειθαρχήσουν. Στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης σκέψης οι κρατούμενοι δεν αποτελούν κοινωνική ομάδα ούτε υπάρχουν κοινωνικές αιτίες των πράξεων τους αλλά ξεχωριστές-μεμονωμένες περιπτώσεις με δική τους ευθύνη γι' αυτό που έπραξαν και για το αν θα θελήσουν να επιστρέψουν στην κοινωνία. Οπότε, ο κώδικας καταχρηστικά συνεχίζει να ονομάζεται σωφρονιστικός αφού δεν είναι αυτός ο στόχος της βιομηχανίας εγκλεισμού, ο σωφρονισμός δηλαδή των κρατουμένων. 
Η συγκεκριμένη κατάθεση πρότασης προς ψήφιση του «νέου» σωφρονιστικού κώδικα αξίζει της προσοχής μας για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί προσπαθεί, με περίτεχνο τρόπο, να κανονικοποιήσει τις υποτιθέμενες «παρατυπίες» ή «κενά» διαχείρισης των φυλακών. Αρχικά, τυποποιώντας τη λογική που ανέκαθεν ίσχυε (ανάλογα με τις ορέξεις του κάθε διευθυντή, εισαγγελέα φυλακών και κοινωνικής υπηρεσίας), δηλαδή πως ο σωφρονισμός αφορά άμεσα τους στενούς ανθρώπους των κρατούμενων. Επίσημα πια προσπαθεί να τους μετατρέψει από ανθρώπους-σχέσεις σε ανθρώπους-εργαλεία που είτε θα τους επιβάλλεται ο ρόλος να νουθετούν τον κρατούμενο είτε θα τους χρησιμοποιούν κατά το δοκούν οι δικαστικές και σωφρονιστικές αρχές προκειμένου να συνδιαλέγεται και να συναινεί με τις αρχές ο κρατούμενος. Στη συνέχεια, εγκαθιδρύοντας (ξανά) τα ειδικά καθεστώτα κράτησης, αυτή τη φορά στο όνομα των «ταυτοτήτων» και της προστασίας τους –μέχρι σήμερα αυτά τα ειδικά καθεστώτα εμφανίζονταν ως άτυπες διαχωρισμένες πτέρυγες (για παράδειγμα άλλη πτέρυγα για τους τοξικοεξαρτημένους, άλλη για τους επιχειρηματίες, τα πολιτικά πρόσωπα κοκ) ή εμφανίζονταν ως κελιά απομόνωσης ή πτέρυγες απομόνωσης ή τέλος ως «φυλακές υψίστης ασφαλείας». Επίσης, επαναφέροντας, με τη μορφή επιστημονικής μελέτης, κάθε είδους παραβίαση και βασανισμό πάνω στα έγκλειστα σώματα μέχρι και στον τρόπο που θα πραγματοποιούνται -αν θα πραγματοποιούνται- πλέον τα επισκεπτήρια. Και τέλος, καταστρατηγώντας επί της ουσίας τις όποιες ευνοϊκές διατάξεις εφαρμόζονταν ως «επιβράβευση» ή «επιείκεια», αφού πλέον τις συγκεκριμενοποιεί μεν αλλά ταυτόχρονα τις συνδέει άρρηκτα και με την αναγκαία αοριστία με όλες τις υπόλοιπες διατάξεις του νέου κώδικα. Με απλά λόγια ο νέος σωφρονιστικός κώδικας θεσμοθετεί πως ο σωφρονισμός θα τιμωρεί, θα εκδικείται και διαρκώς θα απειλεί τον κρατούμενο ακυρώνοντάς του το δικαίωμα να εξεγερθεί, να αντισταθεί, να διαφωνήσει με το καθεστώς εγκλεισμού και τιμωρίας του. Ο δεύτερος -και κυριότερος- λόγος είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που αγωνίζονται και αντιστέκονται ενάντια στο νέο σωφρονιστικό κώδικα, η γλώσσα και το σώμα των φυλακισμένων. Διότι όλοι γνωρίζουμε πως η φυλακή θα είναι πάντα φυλακή -με ή χωρίς σωφρονιστικούς κώδικες- και οι φυλακισμένοι δεν έχουν κανένα άλλο μέσο για να επικοινωνήσουν και να αντισταθούν σε ό,τι συμβαίνει πίσω από τα τείχη, παρά τη γλώσσα και το σώμα τους και αυτά θέτουν εδώ και κάποιο καιρό ενώπιον μας.
[στο ενδεχόμενο που ο εγκλεισμός φαντάζει σε κάποιους μία «ξένη» κατάσταση, ας το σκεφτούν διπλά την εποχή που διανύουμε…]

Αλληλεγγύη στον αγώνα των φυλακισμένων
ενάντια στο νέο σωφρονιστικό κώδικα
 

και στους απεργούς πείνας από 11.11.2017,
Πόλα Ρούπα και Νίκο Μαζιώτη, μέλη του Ε.Α.


μέχρι την καταστροφή κάθε φυλακής
μέχρι την ανατροπή της κοινωνίας-φυλακής

Δεν υπάρχουν σχόλια: